Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Πάρα πολλοί ντόπιοι πλέον βοηθούν ανοιχτά, μας λένε έναν καλό λόγο και γίνεται κάτι τόσο παράξενο που δεν πρέπει να το κρύψουμε :Οσο πιο δύσκολα γίνονται τα πράγματα τόσο περισσότερη ανθρωπιά βλέπουμε. Δεν το πιστεύουμε ώρες ώρες.













Το γατάκι που ήρθε στην Αγκαλιά το πήραμε τελικά σπίτι μας. 
Το βγάλαμε Κεμάλ γιατί ο κόσμος πρέπει να αλλάξει. 
Πήραμε ακόμα ένα προσφυγάκι σπίτι, αυτήν την φορά τετράποδο. 
Πολλοί μας λένε "να τους πάρετε σπίτι σας"

Πολλές φορές μπαίνω στον πειρασμό να στείλω σε αυτούς τους ανθρώπους φωτογραφίες από το σαλόνι ή την αυλή μου. 
Με παιδικά χαμόγελα και με αξιοπρεπείς ανθρώπους. 
Χάνετε φίλους και εμπειρίες όσοι έχετε χαρακωθεί πίσω από αυτά που σας έμαθαν να σκέφτεστε, χάνετε σε αγάπη που υπάρχει εκεί έξω σε πλεόνασμα και μέσα μας ελάχιστη. 

Ο Κινέζος που έχει κατάστημα στην καλλονή ήρθε με το αμάξι του και σταμάτησε έξω από την Αγκαλιά. Ο νους μου έκανε σαν να μην βλέπει καλά νόμιζα πως κάποιος Χαζάρα Αφγανός είχε κλέψει αυτοκίνητο...

Ανέκφραστος σαν τους Ασιάτες που περιγράφει ο Καζαντζάκης άνοιξε το πορτ-μπαγκαζ και μοίρασε φρούτα. Ανέκφραστος είπε καληνύχτα και έφυγε. 

Κόσμος με αγροτικά, σταματάει και αφήνει τσάντες τρόφιμα. 
Αυτήν την βδομάδα μέτρησα δεκαέξι αυτοκίνητα. 
Μια κυρία είχε πάρει λίγα πράγματα και βλέποντας τόσο κόσμο δίσταζε να βγει. 
Τελικά το πήρε απόφαση και βγήκε. 

Οι Σύριοι είχαν καταλάβει - πήραν τις σακούλες και τις έβαλαν στην άκρη, δεν τις άνοιξαν. Είπαν ευχαριστώ, η κυρία σκουπίζοντας τα μάτια της έφυγε. 
Απιθώσαμε προμήθειες σε ένα τραπεζάκι, 
οι Αφγανοί, παιδιά, έφηβοι, μας παρακολουθούσαν βοηθώντας. 

Τα είχαμε φέρει να τα φάνε οι άνθρωποι. 
Κάτι προέκυψε και στρέψαμε αλλού την προσοχή. 
Σε κάποια στιγμή ρωτάει ένας Αφγανός :
 "θα μπορούσαμε τώρα να πάρουμε ορισμένα από αυτά τα τρόφιμα;"

 Ντραπήκαμε, "παρακαλώ, για εσάς είναι". 
Ένα Συριάκι ήρθε χαμογελαστό μας συστήθηκε δια χειραψίας. μετά από πολύ ώρα κάναμε το λάθος και ρωτήσαμε για τους γονείς. 
"Είναι πίσω", έδειξε. 

Ο θείος του απόμερα μας είπε πως και οι δυο του γονείς είχαν σκοτωθεί. 

Λαμβάνουμε δεκάδες δέματα γεμάτα αγάπη από όλη την Ελλάδα και τον κόσμο. Εκατοντάδες μηνύματα συμπαράστασης στα οποία δεν προλαβαίνουμε καν να απαντήσουμε. 
Νέοι έρχονται από όλη την Ελλάδα μόνο για να βοηθήσουν. 
Ομάδες από όλη την Ευρώπη περνούν από την Αγκαλιά, καθαρίζουν, μας ενθαρρύνουν. 

Πάρα πολλοί ντόπιοι πλέον βοηθούν ανοιχτά, μας λένε έναν καλό λόγο και γίνεται κάτι τόσο παράξενο που δεν πρέπει να το κρύψουμε : 
όσο πιο δύσκολα γίνονται τα πράγματα τόσο περισσότερη ανθρωπιά βλέπουμε.
 Δεν το πιστεύουμε ώρες ώρες. 

Ένας κύριος πριν λίγο από την Καλλονή ήρθε και μου έδωσε είκοσι ευρώ. 
"Πέρασε η κόρη μου στις Πανελλήνιες, έχουμε χαρά!". 

Θέλω να πω και κάτι τελευταίο για έναν άλλο άνθρωπο ακόμα. 
Τον αγαπώ πολύ κι ας τον βλέπω πολύ αραιά. 
Είναι νονός της γυναίκας μου. 
Με τη νονά μου, γλυκύτατοι άνθρωποι, μας φιλοξενούν στο ερημητήριό τους μια φορά το χρόνο.
 Ήθελαν να μας ξεκουράσουν από τα όσα βλέπουμε καθημερινά και τα όσα περνάμε. 
Μας ετοίμασαν πολλώ λογιώ μεζέδες, μας πήγαν στη θάλασσα. 
Οσο όμως και να το πολεμάς, όσο και αν έχεις ανάγκη να μην ασχοληθείς με το προσφυγικό για να ξεφύγει λιγάκι ο νους, είναι τόσο δυνατό που αναδύεται συνεχώς. 

Είναι τα όσα βλέπουμε, μια μικρή κάθαρση φαίνεται η διήγηση αλλά πάλι νιώθεις σαν να σκαλίζεις πληγή : για λίγο καλύτερα, μια παροδική ανακούφιση και μετά ο πόνος είναι μεγαλύτερος. 

Σε κάποια στιγμή ο νονός της Κατερίνας άρχισε βουρκωμένος να διηγείται. 
Είπε πως μόνο αυτό θα μας πει και τίποτα άλλο. 
Χρησιμοποίησε λίγες προτάσεις και δεν ξαναμιλήσαμε όλη μέρα για κάτι παρεμφερές. 

Η γιαγιά του είχε φύγει από τη καταστροφή της ίδιας της Σμύρνης. 
Ο παππούς σκοτώθηκε στις συμπλοκές. 
Με τα παιδιά της στο χέρι, πολλά παιδιά. 

Στην αναμπουμπούλα στο λιμάνι ένα από αυτά τις ξεφεύγει από τα χέρια, πέφτει στο νερό και ζουλιέται ανάμεσα στο μουράγιο και στο καράβι. 
Δεν το ξαναείδε. 

Το άλλο αρρώστησε, πέθανε στη Λέσβο.
 Ζούσαν χρόνια σε τσαντίρια με πυρετούς και μέσα στη βρώμα. 
Ούτε ο παπάς του χωριού δεν βοηθούσε. 

Ένα ακόμα μωρό πέθανε.
 Κανείς δεν θυμάται τα ονόματά τους. 
Τα μωρά τα έθαβαν δίχως καν κεφαλάρι στον τάφο.
 Όπως τους πνιγμένους πρόσφυγες στη Λεσβο και σήμερα με ένα κομμάτι ξύλο για κεφαλάρι που απλά γράφει "Αφγανός νο 14". 

Όλοι τους έλεγαν ξένους, όλοι τους λένε ξένους. 
Τα ομολογάει και ο Σεφέρης, τα λένε τα βιβλία την αλήθεια.
 Μετά από χρόνια όλοι θέλουνε να λένε πως προέρχονται από Μικρασιάτες. 
Τότε ήταν ντροπή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου