Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Καίριο πλήγμα του Άρειου Πάγου στο δικαίωμα επίσχεσης και προστασία της αιχμαλωσίας σε εργοδότη που δεν πληρώνει










Με τα πλέον μελανά χρώματα περιέγραψε το κόστος για τα εργασιακά δικαιώματα και τις αντινομίες στις πρόσφατες αποφάσεις του Άρειου Πάγου ο ο καθηγητής εργατικού Δικαίου του ΑΠΘ Αρης Καζακος μιλώντας Στο Κόκκινο και το Στάθη Σχινά. Πλήττεται καίρια το δικαίωμα επίσχεσης και αφήνεται αιχμάλωτος ο εργαζόμενος σε εργοδότη που δεν πληρώνει, όπως τόνισε.

Για την απόφαση του Αρείου Πάγου που αφορά την επίσχεση εργασίας, ως μέσο διεκδίκησης των εργαζόμενων, ο κ. Καζάκος τόνισε ότι «εφαρμόζεται πάρα πολλά χρόνια, είναι ένα άλλου είδους αγωνιστικό μέσο πλάι στην απεργία, με ουσιώδη διαφορά της επίσχεσης, όταν αυτή ασκείται συλλογικά, ότι κατά τη διάρκειά της οι εργαζόμενοι δεν χάνουν την αξίωσή τους για το μισθό ... Αυτή η διαφορά εξηγείται από το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή του, από τη σύμβαση ή το νόμο».
 
«Η επίσχεση εργασίας ήταν και εξακολουθεί να είναι θεσμοθετημένη. Υπάρχει διάταξη στον Αστικό Κώδικα που παρέχει το δικαίωμα επίσχεσης σε όποιον έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του οφειλέτη του και εξακολουθεί να υπάρχει. Ο Αστικός Κώδικας είναι ένα νομοθέτημα που ισχύει εδώ και πάρα πολλά χρόνια και βεβαίως δεν πρόκειται να καταργηθεί η διάταξη», όπως τόνισε.
 
Πλήττεται καίρια το δικαίωμα επίσχεσης
 
Πλέον, με μία τέτοια αντίληψη όπως αυτή που υιοθετεί στην πρόσφατη απόφασή του ο Άρειος Πάγος, «εάν τελικά επικρατήσει, ουσιαστικά δεν υπονομεύεται απλώς αλλά πλήττεται καίρια στην καρδιά του το δικαίωμα επίσχεσης», υπογράμμισε ο κ. Καζάκος. «Ο συλλογισμός που στηρίζει την απόφαση του Αρείου Πάγου είναι ότι αυτός που ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης ελέγχεται για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (όπως κάθε δικαιούχος που ασκεί το δικαίωμά του), αλλά το ιδιαίτερο με την επίσχεση είναι ότι η νομολογία των δικαστηρίων επέτρεπε άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης για σχετικά περιορισμένο χρόνο, (όπως για 48 ώρες, τρεις ή τέσσερις ημέρες) σε συνάρτηση πάντα με την ληξιπρόθεσμη οφειλή, το μέγεθός της, αλλά και το ύψος της οφειλής».
 
Όπως είπε, «τώρα υπάρχει μία ποιοτική διαφορά που έγκειται στο ότι ο Άρειος Πάγος "βλέπει" ότι μπορεί σε μία άσκηση δικαιώματος επίσχεσης να ενυπάρχει βούληση του εργαζόμενου για παραίτηση από την εργασία, για καταγγελία της εργασιακής σχέσης. Αυτό όμως ανατρέπει ουσιαστικά όσα είχαν νομολογηθεί δεκαετίες τώρα για την παραίτηση του εργαζόμενου ... ότι σε κάθε περίπτωση δεν αρκεί η απλή απουσία, αυθαίρετη ή μη από την εργασία, αλλά θα πρέπει να εκδηλώνεται με τρόπο αντικειμενικό η βούληση του εργαζόμενου να εγκαταλείψει την εργασία».
 
Αναρωτήθηκε λοιπόν: «Όταν ο εργαζόμενος ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης διεκδικώντας τους δεδουλευμένους μισθούς, βλέπετε σε μία τέτοια στάση και συμπεριφορά βουλητικά στοιχεία εγκατάλειψης της εργασίας;», «Αντιθέτως», συνέχισε, «πανηγυρικά δηλώνει ο εργαζόμενος ότι θέλει να συνεχίσει την εργασία του, αλλά ζητά -και χρησιμοποιεί και το δικαίωμα της επίσχεσης- από τον εργοδότη να πληρώσει τις οφειλές του, τους δεδουλευμένους μισθούς. Αυτή είναι η μεγάλη αντινομία στην πρόσφατη απόφαση του Άρειου Πάγου».
 
Ανατρέπεται ένα σταθερό σημείο 100 ετών στο Δικαίο για καταγγελία σύμβασης αορίστου χρόνου
 
Στη συνέχεια, ο κ. Καζάκος αναφέρθηκε στην απόφαση του Αρείου Πάγου περί μη βλαπτικής μεταβολής από την καθυστέρηση στην καταβολή δεδουλευμένων. Όπως είπε, «το δικαίωμα είναι θεσμοθετημένο, νομοθετημένο, προβλέπεται ρητά από τον βασικό νόμο για την καταγγελία των συμβάσεων αορίστου χρόνου, από το νόμο 2112/1920 της δεύτερης περιόδου διακυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου. Αντιλαμβάνεστε ότι ένα νομοθέτημα που ισχύει για 100 χρόνια αποτελεί τον κορμό του Δικαίου της καταγγελίας, έχει εγγραφεί στις συνειδήσεις των κοινωνών του Δικαίου ως σταθερό σημείο».
 
Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι «το άρθρο 7 του νόμου αυτού, όταν συμβαίνει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας -και τέτοια είναι και η άρνηση του εργοδότη να πληρώσει, δίνει στον εργαζόμενο μία σειρά από δικαιώματα, που μπορεί να επιλέξει: να δεχθεί την καθυστέρηση, να ζητήσει από τον εργοδότη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, να θεωρήσει τη συμπεριφορά του εργοδότη άτυπη καταγγελία της σχέσης ώστε να διεκδικήσει την αποζημίωση απόλυσης και να φύγει».
 
«Αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό στους εγκλωβισμένους εργαζόμενους, που για πάρα πολλούς μήνες ή και πάνω από χρόνο δεν πληρώνονται, οπότε με την άσκηση των δικαιωμάτων από το άρθρο 7 θα μπορούν να απεγκλωβιστούν από μία εργασιακή σχέση που ουσιαστικά έχει στοιχεία νέκρωσης και να αναζητήσουν αλλού δουλειά, να διεκδικήσουν τους δεδουλευμένους μισθούς και την αποζημίωση απόλυσης, να εγγραφούν στο ταμείο ανεργίας και να πάρουν την επιδότηση και όποιες άλλες ειδικές παροχές προβλέπει η νομοθεσία», όπως τόνισε.
 
Πλέον, «με βάση την απόφαση αυτή του Άρειου Πάγου, η οποία ακολουθεί και κάποιες προηγούμενες, ουσιαστικά ο εγκλωβισμός και η αιχμαλωσία του εργαζόμενου σε μία εργασιακή σχέση που έχει στοιχεία απονέκρωσης παραμένει, δεν μπορεί να απεγκλωβιστεί».

Εισάγει τον δυσαπόδεικτο παράγοντα του δόλου
 
Υπογράμμισε παράλληλα «το παράδοξο -και είναι ο ηπιότερος χαρακτηρισμός- ότι ο νόμος δεν προβλέπει δόλο του εργοδότη προκειμένου να υπάρξει μονομερής βλαπτική μεταβολή. Αυτό το στοιχείο είναι καινούργιο, το έχει προσθέσει η νομολογία του Άρειου Πάγου, που λέει ότι η καθυστέρηση στην καταβολή μισθών ακόμη και μακροχρόνια -αν οφείλεται σε δυσκολίες του εργοδότη κτλ., δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή, εκτός αν υπάρχει δόλος του εργοδότη να εξαναγκάσει τον εργαζόμενο να παραιτηθεί».
 
«Αυτό το στοιχείο του δόλου δεν το προβλέπει ο νόμος και όχι μόνο αυτό: σε άλλες ρυθμίσεις του ίδιου νόμου, που ρητά αναφέρεται σε πρόθεση καταστρατήγησης, δόλου κτλ., η ίδια η νομολογία έχει απαλείψει την πρόβλεψη αυτή, γιατί το στοιχείο του δόλου είναι εξαιρετικά δυσαπόδεικτο ... Τώρα, με την εξέλιξη αυτή, έχουμε ένα πλήρες αδιέξοδο, ο εργαζόμενος έχει ένα δικαίωμα το οποίο δεν μπορεί πια να ασκήσει παρά μόνο εάν αποδείξει δόλο του εργοδότη. Η απόδειξη αυτή, όπως κάθε υποκειμένικού στοιχείου, είναι δύσκολη έως αδύνατη και δημιουργείται ένα αδιέξοδο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί», τόνισε ο κ. Καζάκος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου