Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Υποθήκες Παττακού-Του Χρήστου Ξανθάκη













Πώς είναι να κυκλοφορείς φιμωμένος χρόνια και χρόνια
Από χούντα δεν θυμάμαι και πολλά. Πιτσιρίκι ήμουνα, επαρχία μέναμε, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά έλα πάρε και τούτο. Ένα επεισόδιο μόνο έχει διατηρηθεί στη μνήμη μου. Δευτέρα δημοτικού πρέπει να πήγαινα, έψαχνα τα ντουλάπια του σπιτιού (όλα τα παιδιά της Δευτέρας δημοτικού ψάχνουν τα ντουλάπια του σπιτιού), ανακάλυψα κάτι δίσκους. Άλμπουμ, LP, τριαντατριάρια, για το πικάπ που είχαμε στην τραπεζαρία. Και τους βούτηξα περήφανος και τους πήγα στον πατέρα μου να τους δείξω.
Ο οποίος πατέρας μου με κοίταξε με μια σχετική απελπισία, μου πήρε τους δίσκους απ’ τα χέρια, μ’ έκατσε σ’ ένα σκαμνί και μου ζήτησε να ξεχάσω την ύπαρξή τους. Σαν να μην υπήρχαν ποτέ, σαν να μην τους είδα ποτέ. «Είναι μυστικό», μου είπε και μου έκλεισε το μάτι. Άλλο που δεν ήθελα κι εγώ, να έχω μυστικό δικό μου, να μην το ξέρει κανείς. Και το έραψα το στόμα μου και δεν είπα κουβέντα…
Χρόνια αργότερα κατάλαβα ότι ήταν δίσκοι του Μίκη Θεοδωράκη που τους είχε αγοράσει ο πατέρας μου πριν από τη χούντα και δεν του πήγαινε καρδιά να τους πετάξει. Χρόνια αργότερα επίσης, κατανόησα το φόβο του, τον τρόμο που τον κυβερνούσε σε όλη την επταετία. Γιατί ήταν παλιός αριστερός, γιατί είχε κάνει φυλακή, γιατί ήταν τα χαρτιά του σημαδεμένα. Και κινδύνευε ανά πάσα στιγμή με δίωξη και από απόλυση από το Γυμνάσιο όπου δίδασκε. Με δυο μικρά παιδιά στο σβέρκο και τη μάνα μου να δουλεύει για ψίχουλα. Και τον χαφιέ της γειτονιάς πέντε μέτρα απ’ το σπίτι μας. Να μην τολμάς ν’ ανοίξεις το στόμα σου ούτε για γαμωσταυρίδια.
Έχω την εντύπωση ότι ο πατέρας μου πήρε μια βαθιά αναπνοή και αισθάνθηκε ξανά άνθρωπος όταν βεβαιώθηκε για τις προθέσεις και το σθένος του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Για την πίστη του σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία και όχι σε μπάσταρδα μορφώματα τύπου Αβέρωφ. Δεν ήταν λίγο εκείνη την εποχή, μην το γελάτε. Μπορεί η επίσημη γραμμή να έκανε λόγο για «σταγονίδια» στις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων, αλλά οι χουντάρες ακόμη παραμόνευαν. Με το όπλο παρά πόδα. Και αν δεν υπήρχε η σιδηρά χειρ του εθνάρχη, Τουρκία θα είχαμε γίνει. Με μικρά διαλλείματα δημοκρατίας, ανάμεσα στις καθιερωμένες δικτατορίες…
Και κάπως έτσι πέρασε ο καιρός, φτάσαμε στον Ανδρέα Παπανδρέου, πέσανε και τα τελευταία στεγανά και ο πατέρας μου έσκασε χαμόγελο. Και φωτίσθηκε σιγά σιγά και άνοιξε το στόμα του και άρχισε να μιλάει ανοιχτά. Και άφησε πίσω του τις κατάρες του παρελθόντος. Αλλά δεν ξέχασε. 
Δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει πως είναι να κυκλοφορείς φιμωμένος, χρόνια και χρόνια, δεκαετίες ολόκληρες.Λίγο δύσκολο να το κατανοήσουμε στον αιώνα της παρλαπίπας και των social media, αποτελεί ωστόσο μια χρήσιμη υπενθύμιση τώρα που μας αποχαιρέτησε και ο τελευταίος πραξικοπηματίας. Γι’ αυτό την έχουμε άλλωστε τη μνήμη. Για να αρνούμαστε την επιστροφή στο μαύρο παρελθόν. Όχι για να κονομάμε από τα ΕΣΠΑ.
Υ.Γ.: Σε όσα αρνάκια του Θεού αναρωτιούνται γιατί ασχολούμαστε ακόμη με τον εμφύλιο και τη χούντα, έχω τρεις λεξούλες να τους πω: Black lives matter! Και να σημειώσω ότι ο αμερικανικός εμφύλιος έλαβε χώρα τον δέκατο ένατο αιώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου