Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Μεταναστευτικό: το μεγάλο δίλημμα της Αριστεράς




























 


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ζήτημα των προσφύγων θα κυριαρχήσει στον προεκλογικό αγώνα. Αν οι διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς που κατέληξαν στο Μνημόνιο υπήρξαν για τον ΣΥΡΙΖΑ η πιο σκληρή δοκιμασία της εφτάμηνης διακυβέρνησης, η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης που προκαλείται στα ανατολικά και τα βόρεια σύνορα της χώρας προβάλλει σήμερα ως μια εξίσου μεγάλη πρόκληση για το μεγάλο κόμμα της Αριστεράς.
Ηδη οι συντηρητικές δυνάμεις έχουν επιλέξει να προβάλουν το ζήτημα ως βασικό προεκλογικό τους ατού, εφόσον βέβαια δεν μπορούν να εμφανιστούν ως «αντιμνημονιακές δυνάμεις».
Δεν είναι μόνο ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας που έχει προλάβει να ζητήσει την παραίτηση της αρμόδιας αναπληρώτριας υπουργού Τασίας Χριστοδουλοπούλου, ούτε οι συντηρητικοί αναλυτές που την έχουν από καιρό στοχοποιήσει -μόνο και μόνο επειδή κάνει αυτό για το οποίο έχει συσταθεί για πρώτη φορά παρόμοιο υπουργείο- αλλά και ο «μεσαίος» Σταύρος Θεοδωράκης, ο οποίος κωδικοποίησε την αντίθεσή του στον ΣΥΡΙΖΑ, καταλογίζοντας στην κυβέρνηση της Αριστεράς ότι δημιούργησε «ανοιχτά σύνορα και ανοιχτές φυλακές».

Το σκηνικό του 2012

Επαναλαμβάνεται σε πιο δραματική μορφή το προεκλογικό σκηνικό του 2012, όταν οι εκπρόσωποι του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας έδιναν μάχη για την πρωτοκαθεδρία στην αντιμεταναστευτική ρητορεία.
Ηταν τότε που ο Αντώνης Σαμαράς υποσχόταν την «ανακατάληψη» των πόλεων, ενώ ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης έβαζε τα δυνατά του για να ολοκληρωθεί πριν από τις εκλογές το κέντρο κράτησης στην Αμυγδαλέζα.
Γνωρίζουμε ότι αυτή η φούρια οδήγησε τελικά στην ενίσχυση του πιο γνήσιου αντιμεταναστευτικού πολιτικού μορφώματος, της ναζιστικής οργάνωσης, ενώ βέβαια δεν διέσωσε από το ναυάγιο τον έναν πόλο του παλιού δικομματισμού και από τη συρρίκνωση τον άλλο. (Για μια συνοπτική παρουσίαση του θέματος, βλ. Βασίλης Παπαστεργίου, Ελένη Τάκου, «Η μετανάστευση στην Ελλάδα», Αθήνα 2014, εκδ. Ιδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ).
Η σημερινή νέα κρίση του προσφυγικού έχει βέβαια πολύ πιο οξυμένα χαρακτηριστικά, αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει σε όλους να δουν κατάματα αυτό που έκρυβε η αντιμεταναστευτική ρητορεία των τελευταίων χρόνων.
Οτι δηλαδή πρόκειται για κύματα προσφύγων -όχι «λαθρομεταναστών»- που φεύγουν από τις χώρες τους διωγμένοι από τον πόλεμο και τις διώξεις, όχι από την πείνα και την ανεργία - όπως συνέβαινε κατά κανόνα τη δεκαετία του ’90 με τους μετανάστες από τα Βαλκάνια και κυρίως την Αλβανία.
Ενα δεύτερο, εξίσου ορατό στοιχείο είναι το γεγονός ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα οι πρόσφυγες αυτοί θεωρούν την Ελλάδα απλά ενδιάμεσο σταθμό στο μακρινό τους ταξίδι προς τον ευρωπαϊκό Βορρά.
Αυτά τα χαρακτηριστικά της μαζικής ροής πληθυσμών από τα ανατολικά σύνορα της χώρας καθιστούν εντελώς ακατάλληλη την «πολιτική πυγμή» που εφάρμοσε η κυβέρνηση Σαμαρά, με τη δημιουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης και τις πυκνές επιδρομές του «Ξενίου Διός».
Γιατί αν δεν υπάρχει νόμιμος τρόπος «επαναπροώθησης» (εφόσον αυτό απαγορεύεται για τους πρόσφυγες), ποιος είναι ο λόγος να εγκλείονται οι άνθρωποι αυτοί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή σε φυλακές και να παρεμποδίζεται η αναχώρησή τους από τη χώρα;
Και εφόσον είναι σαφές ότι δεν έχουν καμιά πρόθεση να μείνουν στην Ελλάδα, απογυμνώνεται από κάθε επιχείρημα σκοπιμότητας η πολιτική «αποτροπής» και παραμένει απλός σαδισμός η εφαρμογή άμετρης σκληρότητας απέναντί τους, με το πρόσχημα να το μάθουν οι άλλοι και να μη δοκιμάσουν να έρθουν.
Περνούν από την Ελλάδα διασχίζοντας τη χώρα όπως διέσχισαν προηγουμένως την Τουρκία και όπως ελπίζουν να διασχίσουν στη συνέχεια την ΠΓΔΜ. Οσο για τον περιβόητο φράχτη του Εβρου, το μόνο αποτέλεσμά του ήταν να μετατοπίσει τις πύλες εισόδου των προσφύγων νοτιότερα, στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.
Εξάλλου τώρα έναν παρόμοιο φράχτη κατασκευάζει με σπουδή η ακροδεξιά ουγγρική κυβέρνηση, δημιουργώντας στο εσωτερικό της Ευρώπης ένα νέο «τείχος του αίσχους».
Απέναντι σ’ αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, με τους ελάχιστους πόρους που διέθετε, έκανε τις απαιτούμενες ενέργειες σύμφωνα με το πρόγραμμά της και αποκατέστησε ένα στοιχειώδες πλαίσιο αρχών για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Φυσικά δεν είναι δυνατόν να «λυθεί» το ζήτημα παρά μόνο σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Αλλά παρά το γεγονός ότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις προτιμούν να κλείνουν τα μάτια και να αρνούνται την αντιμετώπισή του, τουλάχιστον οι διακηρυγμένες αρχές των ευρωπαϊκών θεσμών συμβαδίζουν με το πλαίσιο του ανθρωπισμού και αποκρούουν τις λύσεις της ακραίας καταστολής.
Από αυτή την άποψη, η αριστερή τοποθέτηση της κυρίας Χριστοδουλοπούλου για το ζήτημα είναι «πιο ευρωπαϊκή» από εκείνη του κυρίου Δένδια.

Η παράδοση της Αριστεράς

Διαφορετικά τίθεται το ζήτημα για τους οικονομικούς μετανάστες, παρά το γεγονός ότι η διάκρισή τους από τους πρόσφυγες είναι συχνά αδύνατη. Η αλήθεια είναι ότι εδώ και πολλές δεκαετίες η ευρωπαϊκή Αριστερά βασανίζεται με το μεταναστευτικό ζήτημα.
Στο βάθος του προβλήματος βρίσκεται η ίδια η θεωρία της, ο μαρξισμός. Σύμφωνα με αυτόν, οι μετανάστες έρχονται να προστεθούν σε μια χώρα στον ήδη υπάρχοντα «εφεδρικό στρατό εργασίας», δηλαδή τους ανέργους.
Ο «στρατός» αυτός χρησιμοποιείται από τους καπιταλιστές για τη συμπίεση προς τα κάτω της αξίας της εργατικής δύναμης, του εργατικού μισθού. Ηδη στο νεανικό του έργο για την «Κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» (1845), ο Ενγκελς είχε αναλύσει αυτόν τον ρόλο των Ιρλανδών μεταναστών στην Αγγλία, αποδίδοντάς τους ακόμα και τη μετάδοση στους Αγγλους εργάτες του αλκοολισμού, της βρόμας και της χυδαιότητας, με μια φρασεολογία που σήμερα υιοθετούν μόνο οι κήρυκες του νεορατσισμού (βλ. ειδικά το κεφάλαιο «Η ιρλανδική μετανάστευση», μτφρ. Λ. Αποστόλου, Αθήνα 1974, σ. 157-162).
Το φαινόμενο συνοψίζει πολλά χρόνια αργότερα ο Μαρξ σε επιστολή του προς δύο συντρόφους του που είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ, τον Ζίγκφριντ Μάγερ και τον Αουγκουστ Βογκτ (1870):
«Ολα τα βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα της Αγγλίας διαθέτουν σήμερα μια εργατική τάξη, η οποία είναι διαχωρισμένη σε δύο εχθρικά στρατόπεδα, τους Αγγλους και τους Ιρλανδούς προλετάριους. Ο μέσος Αγγλος εργάτης μισεί τον Ιρλανδό εργάτη ως έναν ανταγωνιστή, ο οποίος συμπιέζει προς τα κάτω το επίπεδο ζωής. Αισθάνεται απέναντί του ως μέλος του κυρίαρχου έθνους και έτσι μεταμορφώνεται σε εργαλείο των αριστοκρατών και των καπιταλιστών εναντίον της Ιρλανδίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο ενισχύει τη δική τους κυριαρχία πάνω σ’ αυτόν τον ίδιο.
»Ο Αγγλος εργάτης υιοθετεί τις θρησκευτικές, κοινωνικές και εθνικές προκαταλήψεις απέναντι στον Ιρλανδό εργάτη. Του συμπεριφέρεται όπως περίπου οι φτωχοί λευκοί στους νέγρους του πρώην κράτους σκλάβων της Αμερικανικής Ενωσης. Και ο Ιρλανδός απαντά με το ίδιο νόμισμα. Θεωρεί τον Αγγλο εργάτη συνυπεύθυνο και ηλίθιο εργαλείο της αγγλικής κυριαρχίας στην Ιρλανδία.
»Αυτός ο ανταγωνισμός διατηρείται τεχνητά και ενισχύεται από τον Τύπο, τον άμβωνα και τα χιουμοριστικά περιοδικά, δηλαδή από όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους οι κυρίαρχες τάξεις. Σε αυτόν τον ανταγωνισμό κρύβεται το μυστικό που η αγγλική εργατική τάξη παραμένει ανίσχυρη παρά την οργάνωσή της. Αυτό είναι το μυστικό που η τάξη των καπιταλιστών διατηρεί την εξουσία. Και έχει απόλυτη συνείδηση γι’ αυτό» («MEW», τ. 32, σ. 665-669).
Ο Μαρξ εδώ αντιστρέφει τη λογική του νεαρού Ενγκελς και θέτει ως όρο για την κοινωνική απελευθέρωση της αγγλικής εργατικής τάξης την εθνική απελευθέρωση της Ιρλανδίας από τον αγγλικό ζυγό, ξεκαθαρίζοντας ότι αυτό δεν είναι προϊόν «αφηρημένου ανθρωπιστικού αισθήματος».
Την ίδια περίοδο ο Μαρξ θα αναδείξει στις συνεδριάσεις της Διεθνούς τις οργανωμένες εκδηλώσεις Αγγλων εργατών υπέρ των Ιρλανδών συναδέλφων τους («Πρακτικά του Συμβουλίου της Διεθνούς», 9.11.1969).

Η ελληνική στρουθοκάμηλος

Η ουσία της μαρξικής άποψης για τον ρόλο των μεταναστών στον «εφεδρικό στρατό» είναι βέβαια ορθή. Ορθό είναι και το ότι πολλές φορές η μετακίνηση μεταναστευτικών πληθυσμών είναι σκόπιμη και οργανωμένη, ακριβώς για να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, όπως την αντιλαμβάνονται οι κυρίαρχες τάξεις. Αλλά ξεκινώντας από αυτή τη σωστή διαπίστωση, η Αριστερά οδηγήθηκε πολλές φορές σε εσφαλμένες πολιτικές κινήσεις.
Οταν ζήσαμε και στην Ελλάδα τις πρώτες μαζικές εισόδους μεταναστών από τα βόρεια σύνορα της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η ελληνική πολιτεία δεν ήταν ούτε προετοιμασμένη ούτε διατεθειμένη να αντιμετωπίσει το οξύ κοινωνικό φαινόμενο. Αφέθηκε, λοιπόν, να ρυθμιστεί το ζήτημα από τις «αγορές», διατηρώντας τους μετανάστες σε ένα καθεστώς ημιπαρανομίας και απλής ανοχής.
Η πρώτη σκέψη που επικράτησε στην Αριστερά εκείνη την περίοδο ήταν να ζητήσει την υπαγωγή των μεταναστών στους κανόνες της εργατικής νομοθεσίας, με κυριότερο την εξίσωση των μισθών των αλλοδαπών με τους Ελληνες εργαζομένους.
Ομως ούτε η δύναμη της Αριστεράς ούτε το πολιτικό περιβάλλον της κρίσης εκείνης της περιόδου επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Εξάλλου έλειπε και η βασική προϋπόθεση για κάτι τέτοιο, η νομιμοποίηση δηλαδή της παρουσίας των μεταναστών στη χώρα.
Οι Βαλκάνιοι (κυρίως Αλβανοί) μετανάστες αντιμετωπίστηκαν με τον ν. 1975/1991, ο οποίος συντάχθηκε από την αστυνομία και δεν είχε καμιά πρόβλεψη νομιμοποίησης και πολύ περισσότερο ενσωμάτωσης (βλ. Νίκος Σιταρόπουλος, «Οψεις προστασίας του μετανάστη εργαζόμενου στο δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και περιθωριοποίησής του στο ελληνικό δίκαιο», στον συλλογικό τόμο «Τα δικαιώματα στην Ελλάδα, 1953-2003», Αθήνα 2003, σ. 254-260).
Οι πρώτες διαδικασίες νομιμοποίησης ξεκίνησαν πολύ αργότερα, το 1998, με τα Π.Δ. 358 και 359/1997, ενώ συμπληρώθηκαν με το ν. 2910/2001. Ηταν όμως πολύ αργά και οι ρυθμίσεις πολύ περιορισμένες για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.
Το αποτέλεσμα ήταν να έχει ήδη εγκαθιδρυθεί στη χώρα ένα νέο εργασιακό καθεστώς, με ενίσχυση της παράνομης, υποπληρωμένης και ανασφάλιστης εργασίας.
Μπορεί η διοχέτευση των μεταναστών σε «ανεπιθύμητες» σκληρές εργασίες να μείωσε τις τριβές με το ελληνικό εργατικό δυναμικό (με εξαίρεση τον τομέα της οικοδομής), αλλά το πρόβλημα απλά παρέμεινε κάτω από το χαλί την περίοδο της οικονομικής φούσκας. Με αποτέλεσμα να το ξεθάβουν σήμερα οι οπαδοί της «φυλετικής καθαρότητας».
Αντιστρέφοντας το παλιό αίτημα της Αριστεράς «ίση αμοιβή για ίση δουλειά», οι χρυσαυγίτες προτείνουν σε εργοδότες να απολύσουν τους υποπληρωμένους αλλοδαπούς εργαζομένους και να τους αντικαταστήσουν με Ελληνες που θα τους υποδείξει η ναζιστική οργάνωση, έτοιμους να δεχτούν το χαμηλό μεροκάματο και τις ίδιες (παράνομες) συνθήκες εργασίας με τους μετανάστες.
Η κρίση είναι βέβαια το κατάλληλο περιβάλλον για την ανάπτυξη του «φυλετικού» διαχωρισμού, που κρύβει τον «ταξικό» διαχωρισμό.
Απέναντι σ’ αυτή την πρόκληση, η Αριστερά καλείται να εντείνει τις δικές της προσπάθειες. Για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα ζήτημα που ενώνει όλες τις ιδρυτικές του τάσεις.
Μια ματιά στον ιστότοπο iskra.gr επιβεβαιώνει το γεγονός ότι για το μεταναστευτικό έχουν ανάλογες απόψεις με την κυρία Χριστοδουλοπούλου και οι σημερινοί ιδρυτές της Λαϊκής Ενότητας. Ακόμα και η κυρία Κωνσταντοπούλου συντάσσεται στην ίδια λογική. Μικρή απόκλιση θα διαπιστώσει κανείς μόνο στους αποχωρήσαντες από τον ΣΥΡΙΖΑ της ΚΟΕ.
Ομως ο πειρασμός και για την Αριστερά να ενταχθεί στο κυρίαρχο αντιμεταναστευτικό κλίμα των μέσων ενημέρωσης είναι υπαρκτός. Πάντως, όπου και όταν το έχει επιχειρήσει, το αποτέλεσμα ήταν εις βάρος της.
Το πιο κραυγαλέο σχετικό παράδειγμα είναι η στάση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος την περίοδο που είχε συναφθεί η συμμαχία με τους σοσιαλιστές (το «Κοινό Πρόγραμμα»), που οδήγησε στη νίκη του Μιτεράν το 1981.
Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1980 ο κομμουνιστής δήμαρχος της γαλλικής πόλης Βιτρί παρεμπόδισε με μια μπουλντόζα του δήμου 300 μετανάστες από το Μάλι να εγκατασταθούν σε ένα οίκημα στην περιοχή του.
Ο τότε γεν. γραμματέας του ΓΚΚ Ζορζ Μαρσέ κάλυψε πολιτικά την ενέργεια με απόφαση της Κ.Ε., ενώ έσπευσε να διαγράψει τον φιλόσοφο Ετιέν Μπαλιμπάρ, επειδή εκείνος διαμαρτυρήθηκε δημόσια με άρθρο του στο περιοδικό «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» (9.3.1981).
Η ενέργεια δεν ήταν μεμονωμένη. 
Ενας άλλος κομμουνιστής δήμαρχος, ο Ρομπέρ Ι (Robert Hue) κατηγόρησε τις ίδιες μέρες συλλήβδην τους νέους Μαροκινούς που κατοικούσαν στην πόλη του (Μοντινί Λε Κορμέιγ) ως «εμπόρους ναρκωτικών». 
Με επιστολή του στο κομματικό όργανο ο Μαρσέ δήλωνε ότι «η παρουσία 4 εκατ. μεταναστών και μελών των οικογενειών τους στη Γαλλία προξενεί σοβαρά προβλήματα και απαιτεί άμεσες λύσεις» (εφ. «Ουμανιτέ», 6.1.1981).
Και τι απέγινε από όλα αυτά; Με την απομάκρυνση από τις αρχές του διεθνισμού και της εργατικής αλληλεγγύης το ΓΚΚ είδε την εκλογική του επιρροή να συρρικνώνεται και μεγάλο μέρος της εργατικής του βάσης να μεταπηδά στο Εθνικό Μέτωπο του Λεπέν.
Ο Ρομπέρ Ι ανέλαβε αργότερα τα ηνία του κόμματος (1994-2003) και σήμερα πρόσκειται στους σοσιαλιστές. Οσο για τον Ζορζ Μαρσέ, εκείνος πέθανε το 1997 και έτσι δεν πρόλαβε να δει το Εθνικό Μέτωπο να τον υμνεί, κάτι που έγινε πριν από λίγους μήνες, με δηλώσεις του Μπερτράν Ντιτέιγ ντε λα Ροσέρ, συμβούλου της Μαρίν Λεπέν.
Το μήνυμα για την ευρωπαϊκή Αριστερά είναι μονοσήμαντο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου