Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Και εδώ ένα άρθρο που αποδεικνύει τη διαχρονική μαλακία του Πρετεντέρη-





























09/12/2001

* Γιατί εμείς, οι φίλοι του Τζορτζ, πρέπει υποχρεωτικά να ανήκουμε στον λαό του Στέλιου;

Δυστυχώς περίμενα αδίκως, αν και το είχα υποψιαστεί. 
Ο θάνατος του Τζορτζ Χάρισονπέρασε από τη ζωή μας το ίδιο διακριτικά με τον τρόπο που είχε επιλέξει να ζει. Τα κανάλια δεν έπαιξαν την κηδεία του σε απευθείας μετάδοση, οι «φίλοι του Τζορτζ» δεν μαζεύονται κάθε τρεις και λίγο να κλάψουν πάνω από το μνήμα με μπουζούκια και μπαγλαμάδες ούτε φωνάζουν τις κάμερες για να μπεκροπιούν εις μνήμην τραγουδώντας τα τραγούδια του.

Είναι ίσως άνθρωποι διαφορετικής αισθητικής και διαφορετικής ευαισθησίας. Δεν καταλαβαίνουν από πόνο και παράπονο. Δεν έχουν τον λυγμό της Ελλάδας βαθιά μέσα στην ψυχή τους. Αν ερωτηθούν ποιος είναι ο εθνικός μας βάρδος, θα αρχίσουν να ψάχνονται. 
Και αν χρειαστεί να αναζητήσουν αυτόν που τραγουδάει «τον καημό του λαού», ίσως να αναρωτηθούν πρωτίστως για ποιον ακριβώς λόγο έχει καημό ο λαός.
Δυστυχώς ή ευτυχώς, ανήκω στους φίλους του Τζορτζ. Μεγάλωσα με τη μουσική του Τζον Λένον και του Τζορτζ Χάρισον πολύ προτού πληροφορηθώ ότι υπάρχει άνθρωπος που ακούει στο όνομα Στέλιος Καζαντζίδης.
Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, αγνοώ αν η Μαντουβάλα είναι γυναικείο όνομα ή συνοικία. Ουδέποτε διασκέδασα στην ιδέα ότι «η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο που δεν το γουστάρω αλλά το φουμάρω». Και ποτέ δεν ξεφάντωσα τραγουδώντας «παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας, γιατί το άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας».
 Ισως επειδή (ντρέπομαι να το ομολογήσω...) ουδέποτε αισθάνθηκα ότι ζω το άδικο μέσα από την κούνια μου. Παρά ταύτα ούτε λιγότερο Έλληνας αισθάνομαι, ούτε λιγότερο λαός.
Θυμάμαι πριν από κάνα δυο χρόνια είχε ξεσπάσει μια από τις συνήθεις τηλεοπτικές αντιδικίες γύρω από το θέμα «ποιος είναι ο εθνικός τραγουδιστής μας». Ο Καζαντζίδης ή ο Μπιθικώτσης
Μεταξύ μας, αν έπρεπε να πω υποχρεωτικά ένα όνομα, θα έλεγα ίσως η Μαρία Κάλλας ­ αλλά η Κάλλας «δεν μίλησε στην ψυχή του λαού», δηλαδή κανένας δεν πήγε μετανάστης στη Γερμανία τραγουδώντας «Λουτσία Λαμερμούρ», να το δεχθώ.
Παρ' όλα αυτά αναρωτιέμαι ακόμη γιατί θα πρέπει να υπάρχει ένας εθνικός τραγουδιστής και όχι δέκα ή είκοσι πέντε, γιατί θα πρέπει να ενσωματώσουμε υποχρεωτικά «στον λαό του Στέλιου» κι εμάς, τους «φίλους του Τζορτζ» ή τους «θαυμαστές της Μαρίας» ή τους «ξετρελαμένους με τον Vangelis» ή τη σημερινή πιτσιρικαρία που ορκίζεται στο όνομα της Μαντόνα ή της Βικτόρια Μπέκαμ ή του Μπέκαμ του ίδιου.
Γιατί δηλαδή είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να αποτελούμε μια ενιαία Ελλάδα, κοινής αισθητικής, κοινών προτιμήσεων, κοινών κωδίκων και κοινών βιωμάτων. 
Η διαφορά δεν είναι απειλή: είναι πλούτος. 
Πόσο μάλλον που δεδομένης της αριθμητικά κυρίαρχης άποψης ίσως η Ελλάδα αυτή κατέληγε ένας απέραντος παράδεισος μιζέριας, σαν μια ατέλειωτη εκπομπή του Τριανταφυλλόπουλου. Τι θα μας ξεχώριζε από αυτούς, αν δεν ήμασταν άλλοι;
Και αναρωτιέμαι ακόμη γιατί ο «λαός» πρέπει να είναι (σχεδόν εξ ορισμού) ένα σύνολο ολοκληρωτικής αντίληψης και μορφωτικής κακομοιριάς, παραδομένος σε ντέρτια, νταλκάδες, καημούς, λυγμούς, πίκρες ή παράπονα και όχι αφοσιωμένος σε σχέδια δημιουργίας, σε αισιόδοξες προοπτικές και σε σύγχρονα μονοπάτια. 
Δεν καταλαβαίνω δηλαδή γιατί ο δικός μας λαός οφείλει να πενθεί εκ γενετής ζώντας το άδικο μέσα από την κούνια του και όχι, ας πούμε, πολεμώντας το άδικο όπου το πετύχει.
Λογικά δεν υπάρχει εξήγηση. Υποψιάζομαι απλώς ότι η μιζέρια είναι απαραίτητη για να ανθίσει το εμπόριό της. Και ότι χωρίς εμπόριο δεν υπάρχουν έμποροι ούτε κέρδη. Ενας δυστυχισμένος λαός, βλέπετε, χρειάζεται και σωτήρες και οδηγούς και βάρδους της δυστυχίας του. Ενας ευτυχισμένος λαός δεν χρειάζεται παρά μόνο τον εαυτό του.
jpretenteris@dolnet.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου