Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Γιατί δεν πρέπει να γίνουν πρόωρες εκλογές















 

 


 



Στη σφαίρα της επίπλαστης πραγματικότητας του σύγχρονου δημόσιου πολιτικού λόγου, παρατηρείται ο εξής παραλογισμός: Η αντιπολίτευση προς την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., πρωτοστατούντος του κόμματος της Δεξιάς, δηλαδή της Νέας Δημοκρατίας, ασκείται από τα... αριστερά.
Η βασική επιχειρηματολογία της κριτικής προς την κυβερνητική πολιτική περιστρέφεται γύρω από τις οδυνηρές συνέπειες που επιφέρει στον ελληνικό λαό η εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου.
Θα ήταν -εν μέρει- κατανοητή μια τέτοια αντιπολιτευτική ρητορική αν περιοριζόταν απλώς στην καταγγελία του σημερινού κυβερνώντος κόμματος για υποκρισία - ότι δηλαδή συνειδητά παραπλάνησε τους Ελληνες πολίτες προκειμένου να κερδίσει στις εκλογές. Σε αυτή την περίπτωση, η καταγγελία θα ήταν σοβαρή μεν, αλλά δευτερεύουσας σπουδαιότητας. Δεν θα αποτελούσε το κεντρικό σημείο αιχμής της αντιπολιτευτικής κριτικής.
Είναι όμως τέτοιο το μένος και το σθένος με το οποίο κατακεραυνώνονται από την αξιωματική αντιπολίτευση και τις συναφείς πολιτικές δυνάμεις οι ίδιες οι μνημονιακές πολιτικές της τωρινής κυβέρνησης, ώστε αν κάποιος ήταν αφελής σε βαθμό σοβαρής νοητικής υστέρησης μπορεί και να πίστευε ότι οι εν λόγω πολιτικές δυνάμεις δεν είναι εκείνες που συντάσσονται απολύτως με τη νεοφιλελεύθερη κοινωνική, οικονομική και πολιτική λογική που δημιούργησε το τρίτο όπως και τα προηγούμενα μνημόνια.
Οι Ελληνες ψηφοφόροι προφανώς δεν είναι τόσο αφελείς, τουλάχιστον στη συντριπτική τους πλειονότητα. Η μεγάλη διαφορά με την οποία προηγείται η Ν.Δ., όπως δείχνουν όλες σχεδόν οι δημοσκοπήσεις, δεν οφείλεται σε μετακίνηση ψηφοφόρων προς εκείνην, αλλά σε διαρροή από τον ΣΥΡΙΖΑ προς μικρότερα κόμματα της Αριστεράς και, κυρίως, προς τους αναποφάσιστους και την αποχή.
Επομένως, αν γίνονταν τώρα πρόωρες εκλογές, το πιθανότερο είναι πως θα προέκυπτε η ακόλουθη -πρωτοφανής, ίσως- «αρρωστημένη» κοινωνικο-πολιτική κατάσταση: Θα είχαμε είτε αυτοδύναμη κυβέρνηση της Ν.Δ., είτε κυβέρνηση με «κορμό» την ίδια και με «κλαδιά» τα κόμματα της «Κεντρο-αντι-αριστεράς», η οποία θα στηριζόταν στο «ιστορικό χαμηλό» των ψήφων της συντηρητικής παράταξης, τουλάχιστον όσον αφορά το σύνολο του εκλογικού σώματος (δεδομένου του μεγάλου ποσοστού αποχής).
Γιατί αποκαλώ «αρρωστημένη» μια τέτοια κατάσταση; Διότι, ίσως για πρώτη φορά στην Ιστορία, ο κόσμος θα έχει εκλέξει μια κυβέρνηση χωρίς να έχει κατ’ ανάγκην παραπλανηθεί και χωρίς να έχει ασκηθεί βία και νοθεία που θα τον οδηγήσει προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από εκείνην την οποία επιθυμεί.
Οι εκλογές θα γίνουν μέσα σε κλίμα γενικευμένης αγανάκτησης και απελπισίας με τις μνημονιακές πολιτικές και τα μέτρα λιτότητας και θα εκλεγεί για να κυβερνήσει ένα κόμμα ή, ακόμα χειρότερα, ένας συνασπισμός κομμάτων που όχι απλώς θα επιτείνει τα εν λόγω μέτρα και τις συναφείς πολιτικές, αλλά που θα τα πιστεύει κιόλας ιδεολογικά και που θα συνταυτίζεται μαζί τους ταξικά.
Οι πιθανές συνέπειες είναι οι ακόλουθες: Από τη μια, η κυβέρνηση των «original» πλέον φιλομνημονιακών δυνάμεων δεν θα έχει τον παραμικρό ενδοιασμό να εφαρμόσει, ταυτόχρονα με τα μνημόνια, τα πιο στυγνά καταπιεστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της όποιας εξεγερμένης λαϊκής βούλησης.
Ο αυταρχισμός της συγκυβέρνησης της περιόδου 2012-15 θα ωχριά μπροστά σε εκείνον της δεύτερης φοράς αντι-Αριστερά. Και από την άλλη, η απογοήτευση και η απόγνωση του κόσμου, με δεδομένη επιπλέον την τραυματική εμπειρία από την ηττημένη κυβέρνηση της Αριστεράς, θα τον οδηγήσουν προς «λύσεις» ακροδεξιού χαρακτήρα.
Θα μου αντιτείνουν κάποιοι/ες: Ολα αυτά τι σημαίνουν; Αποδεχόμαστε κάθε μνημονιακό μέτρο εγκαταλείποντας όλες τις «κόκκινες γραμμές», ασπαζόμαστε ανεπιφύλακτα τη λογική τού «πάση θυσία κυβέρνηση της Αριστεράς», ακόμα και όταν δύσκολα μπορούμε πλέον να μιλάμε όντως για «κυβέρνηση της Αριστεράς»;
Μπορεί ένα αριστερό κόμμα που θέλει να παραμείνει αριστερό να καταξιώνει την παραμονή του στην κυβέρνηση απλώς και μόνο επειδή η εναλλακτική είναι χειρότερη;
Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι ναι – όταν η εναλλακτική είναι τόσο χειρότερη. Το ερώτημα περί «κόκκινων γραμμών» είναι πιο δύσκολο. Μπορεί η λύση να είναι η προσφυγή σε νέο δημοψήφισμα.
Υπάρχουν ιστορικές συγκυρίες κατά τις οποίες η Αριστερά αναγκάζεται να παίζει άμυνα. Το «παιχνίδι» είναι τέτοιο που δεν της παρέχει την πολυτέλεια να αποσυρθεί για να ανασυντάξει τις δυνάμεις της και να περιμένει μια «καλύτερη ευκαιρία».
Η ανασύνταξη των δυνάμεων ας γίνει όσο βρίσκεται ακόμη στην κυβέρνηση. Πολλά έχουν να γίνουν προς αυτή την κατεύθυνση – όπως έδειξαν και όπως δείχνουν ορισμένες ολέθριες πολιτικές επιλογές που βιώνουμε ιδίως από το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ κι έπειτα και που δεν οφείλονται στην ασφυκτική πίεση του τρίτου Μνημονίου και των «θεσμών».
* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου