Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Τέσσερα ψεύδη και μια παρανομία στην υπόθεση των αδειών- Ακρίτας Καϊδατζής




















 Το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος λέει ότι κάθε δικαστική απόφαση απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση. Και ότι νόμος ορίζει τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης του προηγούμενου εδαφίου. Το άρθρο 251 του Ποινικού Κώδικα («Παραβίαση δικαστικού απορρήτου») τιμωρεί όποιον αποκαλύπτει μυστικά από δικαστική διάσκεψη και την ψηφοφορία στην οποία πήρε μέρος.

Το επικοινωνιακό και πολιτικό σόου που εκτυλίσσεται εδώ και μέρες αναφορικά με την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών στο Συμβούλιο της Επικρατείας βασίζεται σε μία παρανομία (τη διαρροή της μυστικής διάσκεψης), περισσότερα ψεύδη και ακόμα περισσότερες ανακρίβειες. Ακούμε μονότονα ότι η απόφαση έκρινε αντισυνταγματικό το νόμο Παππά, ότι ακυρώθηκε ο διαγωνισμός του καλοκαιριού, ότι πρέπει να επιστραφούν άμεσα στους υπερθεματιστές τα ποσά που κατέβαλαν, ότι επιστρέψαμε στην προτέρα κατάσταση και άρα νομίμως λειτουργούν όσοι εκπέμπουν σήμερα.  
Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Πρώτον, απόφαση δεν υπάρχει. Τουλάχιστον όχι ακόμη. Είναι λάθος αυτό που λέγεται, ότι την περιμένουμε να «καθαρογραφεί». Η απόφαση δεν έχει καν γραφτεί, διότι η δίκη δεν ολοκληρώθηκε. Σε αντίθεση με τα ποινικά δικαστήρια, όπου πρώτα απαγγέλλεται (πάντα σε δημόσια συνεδρίαση!) η απόφαση (αθώος ή ένοχος ο κατηγορούμενος) και στη συνέχεια γράφεται το σκεπτικό, στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου το σκεπτικό είναι αναγκαίο για να ξέρουμε τί, πόσο και για ποιον ακριβώς λόγο ακυρώνεται, δεν υπάρχει απόφαση αν πρώτα δεν γραφεί το σκεπτικό. Και μόνο τότε απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.
Δεύτερον, ο «νόμος Παππά», δηλαδή τα 15 πρώτα άρθρα του ν. 4339/2015, ορίζει πώς θα γίνονται εφεξής οι διαγωνισμοί για τις τηλεοπτικές άδειες. Τίποτε από το νόμο αυτόν δεν τέθηκε στην κρίση του ΣτΕ. Αλλά και να τεθεί, είναι απίθανο να βρεθεί κάποια αντισυνταγματικότητα, αφού οι πάγιες ρυθμίσεις του νόμου αυτού δίνουν στο Ε.Σ.Ρ. τις περισσότερες εξουσίες απ’ οποιονδήποτε προηγούμενο νόμο (Ρουσόπουλου, Ρέππα, Βενιζέλου κλπ.).
Αυτό που, αν πιστέψουμε τις διαρροές, πρόκειται να κριθεί αντισυνταγματικό είναι αποκλειστικά και μόνο το εμβόλιμο άρθρο 2Α, που προστέθηκε στο νόμο το Φλεβάρη του 2016 για να ρυθμίσει την πρώτη και μόνο εφαρμογή του, εξαιτίας της μη συγκρότησης του Ε.Σ.Ρ. Αλλά και πάλι δεν γνωρίζουμε τί ακριβώς από το άρθρο αυτό θα κριθεί αντισυνταγματικό.
Η ανάθεση της αρμοδιότητας διεξαγωγής του διαγωνισμού στον Υπουργό; Ο καθορισμός τεσσάρων αδειών; Τα κριτήρια του διαγωνισμού; Αν πιστέψουμε τις διαρροές, πιθανώς η αντισυνταγματικότητα να περιορίζεται στο πρώτο σημείο μόνο. Όμως αν είναι έτσι (κάτι, πάντως, που θα το μάθουμε μόνον όταν εκδοθεί η απόφαση), τότε η εναρμόνιση του νόμου είναι απλούστατη: αρκεί, όπου το άρθρο 2Α λέει «Υπουργός Επικρατείας» ή «Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας» να γίνει «Ε.Σ.Ρ.». Από πού προκύπτει λοιπόν ότι ο νόμος Παππά «κατέπεσε» στο Συμβούλιο της Επικρατείας;  
Τρίτον, φυσικά και δεν «ακυρώνεται» ο νόμος Παππά ή οποιαδήποτε διάταξή του από την υπό έκδοση απόφαση. Στο σύστημά μας, με την εξαίρεση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου κανένα άλλο δικαστήριο, ούτε καν το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν έχει την εξουσία να ακυρώνει νόμους ψηφισμένους από τη βουλή. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να κρίνει «παρεμπιπτόντως», όπως λέμε, αντισυνταγματική μια διάταξη νόμου. Ακόμα και μετά από μια τέτοια κρίση, η διάταξη παραμένει τυπικά σε ισχύ και δεν επηρεάζεται η εφαρμογή του. (Ρωτήστε οποιονδήποτε συνταξιούχο αν πήρε τίποτε πίσω μετά την απόφαση του ΣτΕ που έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές του ν. 4093/2012).
Απλώς η πολιτική εξουσία έχει μιαν ηθικοπολιτική, αλλά όχι νομική, υποχρέωση να εναρμονίσει τη νομοθεσία και είτε να καταργήσει είτε να τροποποιήσει τη διάταξη που κρίθηκε αντισυνταγματική. (Μετρήστε πόσες φορές το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικό το νόμο για τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων, μετά θεσπιζόταν καινούργιος νόμος ελαφρά παραλλαγμένος, που κι αυτός κρινόταν αντισυνταγματικός, μέχρις ότου ο τελευταίος νόμος κρίθηκε συνταγματικός).  
Τότε λοιπόν, τέταρτον, τί ακριβώς πρόκειται –πάντα, κατά τις διαρροές– να ακυρώσει το ΣτΕ; Μήπως το διαγωνισμό του περασμένου καλοκαιριού; Και πάλι όχι. Στην κρίση του ΣτΕ δεν τέθηκε μέχρι στιγμής ούτε η προκήρυξη ούτε οποιαδήποτε πράξη του διαγωνισμού. Αυτά θα αποτελέσουν αντικείμενο νέας δίκης, που θα συζητηθεί τον ερχόμενο Γενάρη.
Αντικείμενο της υπό εξέλιξης δίκης για την οποία γίνεται όλος ο σαματάς είναι απλώς και μόνον οι υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν τις λεπτομέρειες διενέργειας του διαγωνισμού –όχι όμως και καθαυτόν ο διαγωνισμός. Άρα, ο διαγωνισμός για την ώρα δεν θίγεται, ακόμη κι όταν εκδοθεί η περιβόητη απόφαση.  
Τί απ’ όλα αυτά ακούσατε στον πολιτικο-μιντιακό ορυμαγδό των προηγούμενων ημερών; Πιθανότατα τίποτε. Φτάσαμε στο σημείο, ακόμα και δικαστικές ενώσεις να κάνουν λόγο για «απόφαση» του ΣτΕ (που, όμως, δεν υπάρχει ακόμα). Και, βεβαίως, σωστά οι ίδιες ενώσεις στηλιτεύουν τις ανοίκειες παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη.
Δεν τους περίσσεψε όμως μια λέξη για το βαρύτατο θεσμικό ατόπημα της παραβίασης της μυστικότητας της διάσκεψης και για τα επικοινωνιακά παιχνίδια που παίζονται πάνω σε μια διαρροή;
* O κ. Ακρίτας Καϊδατζής είναι επίκ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Α.Π.Θ.     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου