Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Αντιπολίτευση «εξωτερικού» και σκάνδαλα «εσωτερικού»!



































































Mε αφορμή τις γαλλικές εκλογές και άλλες διεθνείς εξελίξεις παρακολουθούμε με ενδιαφέρον μια πρωτόγνωρη επιχείρηση ανάδειξης των διεθνών δεδομένων σε εσωτερικό ζήτημα της χώρας.
Παρότι σε κάποιο βαθμό οι εξελίξεις αυτές, είτε λόγω εγγύτητας είτε λόγω σοβαρότητας αφορούν την Ελλάδα, εντούτοις, είναι προφανές ότι καθώς οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις της διαπραγμάτευσης και τα οικονομικά δεδομένα που έρχονται στην επιφάνεια, ευνοούν το πολιτικό αφήγημα της κυβέρνησης, η αντιπολίτευση και κύρια η μείζονα, αναζητεί μια διέξοδο για να μετακινήσει τη συζήτηση σε άλλο πεδίο και είναι λογικό. Όταν όμως αυτό εκδηλώνεται όπως με το αίτημα να συζητήσει η Βουλή για όσα συμβαίνουν στη …Βενεζουέλα, προφανώς και η κοινή λογική δοκιμάζεται.
Η αλήθεια είναι ότι ο Τσίπρας και η Κυβέρνησή του, είτε λόγω των ιδεολογικών τους σχέσεων με μια σειρά από κόμματα διεθνώς, είτε λόγω του σημαντικού ρόλου που αποδίδεται στον Έλληνα Πρωθυπουργό και των πρωτοβουλιών του στην Ευρώπη, δίνουν την ευκαιρία σε πολλούς να κάνουν αναγωγές με εξωτερικές εξελίξεις. Και να επιχειρήσουν, διά της επαγωγικής μεθόδου, να μεταχειριστούν τα ιδεολογικά αφηγήματα της κυρίαρχης ιδεολογίας και να ομογενοποιήσουν επικοινωνιακά ο,τιδήποτε αριστερό, ακόμη και αν αυτό αφορά τη Βόρεια Κορέα !
Δεν υπάρχουν πολλά «αδελφά κόμματα»
Η αλήθεια όμως είναι ότι πιστό και ακριβές «αδελφό» κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ δύσκολα θα βρει κανείς στην πλανήτη, πέρα από τη γειτονιά των Βαλκανίων. Ακόμη και τα ριζοσπαστικά κόμματα που βρίσκονται μαζί του στην Ευρωομάδα της Αριστεράς, δύσκολα θα μπορούσαν να ταυτιστούν απόλυτα. 
Ακόμη και οι πολυσυζητημένοι ως αντίστοιχο φαινόμενο Podemos, έχουν αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά και θα μπορούσε να τους παρομοιάσει κάποιος μόνο με το ΣΥΡΙΖΑ στην προ του 2015 εποχή, με τις πολλές και έντονα ριζοσπαστικές του συνιστώσες αλλά όχι με αυτό που είναι σήμερα. 
Για τον ίδιο λόγο δεν θα βρεθεί κάποιο μέλος ή παράγων του ΣΥΡΙΖΑ που να συμφωνήσει με την αρχική απροθυμία του Μελανσόν να πάρει ξεκάθαρη θέση εναντίον της ακροδεξιάς Λεπέν για το δεύτερο γύρο των Γαλλικών Εκλογών αλλά ούτε και με τον τρόπο που έθεσε τον ευρωσκεπτικισμό στην προεκλογική περίοδο, σε ευθεία αντίθεση με τις πάγιες θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρωπαϊκής παράδοσης του ΣΥΝ, πρόδηλα διαφορετική από τα κόμματα της επαναστατικής Αριστεράς. Πολύ περισσότερο δεν υπάρχουν αρκετοί πρόθυμοι να ταυτιστούν με τον εμφανώς ανεπαρκή και προβληματικό ως διάδοχο του Τσάβες, Μαδούρο και δεν είναι ώρα να συζητήσει κανείς ποια ήταν η Βενεζουέλα πριν και μετά τον εκλιπόντα ηγέτη της.
Αλλά όλες αυτές οι συζητήσεις και οι παιδικές, σε κάποιο βαθμό,  κόντρες μαρτυρούν και μια παντελή έλλειψη γνώσης των συνθηκών που επικρατούν σε κάθε χώρα ξεχωριστά, πολύ περισσότερο στη Λατινική Αμερική, όπου τα δεδομένα και η ιστορία είναι απείρως διαφορετικά σε σχέση με την Ευρώπη αλλά και άγνοια για τις πολλές –και εκνευριστικές για όποιον δεν τις συμμερίζεται- εκφάνσεις της Αριστεράς τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Δεν είναι μακριά από την Ελλάδα, ο ιστορικός αναθεωρητισμός που αρχίζει να αναδύεται στην ανατολική Ευρώπη και αφορά στην εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού.
Παρότι η αναγωγή στη σταλινική περιόδο  πηγάζει από «δικαιολογημένο ενδιαφέρον» στην ανατολική Ευρώπη, εντούτοις δοκιμάζει τις δημοκρατικές αντοχές της Ευρώπης και γίνεται εργαλείο στα χέρια όσων διακινούν καινοφανείς θεωρίες δύο άκρων, εγχώρια και πανευρωπαϊκά.
Γι’αυτό και αρκετοί είναι αυτοί που παρακολουθούν αμήχανοι την ελίτ της Ευρώπης να πανηγυρίζει για τη μειωμένη επίδοση της Λεπέν (παραγνωρίζοντας ότι κυριαρχεί σχεδόν σε όλη την ύπαιθρο) και την επερχόμενη νίκη του τραπεζίτη Μακρόν, δηλαδή τη συνέχιση των πολιτικών που ενισχύουν τη Λεπέν και την ακροδεξιά στην Ευρώπη.
«Αναθεώρηση» της χούντας;
Αντί λοιπόν κάποιος να ζητά να μάθει την άποψη ενός κόμματος στην Ελλάδα για την ποιότητα του πολιτεύματος στη Λατινική Αμερική -όπου αν υπάρχει κάτι κοινό αυτό είναι ίσως τα πραξικοπήματα της δεκαετίας του ΄70- είναι πιο κρίσιμο να γνωρίζουμε γιατί κάποιες πολιτικές δυνάμεις απέφυγαν εντυπωσιακά να τοποθετηθούν ενάντια στη χούντα, στην επέτειο των 50 ετών από την επιβολή του πραξικοπήματος στη χώρα, όπως είχαμε προβλέψει. 
Ομοίως όμως και τα συστημικά ΜΜΕ της χώρας συμπράττουν σε αυτή την πρωτοφανή επιχείρηση αναθεώρησης των τραγικών συνεπειών της επταετίας στη χώρα. Τα ίδια ΜΜΕ που αναζητούν ομοιότητες με την κατάσταση στη Βενεζουέλα (όχι την Παραγουάγη όμως !)  ενώ επιδεικνύουν εντυπωσιακή σιωπή για το μεγάλο σε όγκο αριθμό σκανδάλων που παίρνουν το δρόμο της διερεύνησης και αφορούν, συχνά, κάποιους από τους νοσταλγούς της δικτατορίας αλλά και παροιμιώδεις επικριτές του -εύκολου στόχου- Μαδούρο.
Σκάνδαλα, που σε άλλες εποχές θα είχαν συνταράξει το πολιτικό σκηνικό αλλά και σκάνδαλα που επιβεβαιώνουν την (σημιτική) αντίληψη ότι η διαφθορά στο πολιτικό σύστημα, ακόμη και σε συνθήκες μνημονίων, θεωρείται δεδομένη και συνομολογημένη ως «κοινωνικό φαινόμενο» και  μόνο αν κάποιος πιαστεί «με την γίδα στην πλάτη», ενέχει την ηθική απαξία.
Προσφάτως, ούτε αυτή…
* Ο Γιάννης Σιδηρόπουλος είναι δημοσιογράφος του Xanthi2.gr





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου