Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Θεοδωράκης: ρατσισμός ή γεροντική άνοια;-του Άκη Γαβριηλίδη






 





Το παρακάτω σημείωμα το είχα στείλει στην Εποχή τον μακρινό Νοέμβριο του 2003 (δεν έχω συγκρατήσει την ακριβή ημερομηνία), όπου και δημοσιεύθηκε αλλά με ελαφρώς αλλαγμένο τίτλο: οι λέξεις ‘γεροντική άνοια’ είχαν αντικατασταθεί από το ‘εμμονές’. 

Ακόμα κι έτσι, η δημοσίευσή του είχε προκαλέσει τότε ενόχληση και ενστάσεις από αρκετούς καλοπροαίρετους φίλους και φίλες. 
Με την πάροδο του χρόνου, ο καθένας μπορεί να κρίνει αν ήταν δικαιολογημένες ή όχι. Πάντως επειδή το σημείωμα δεν ήταν πουθενά διαθέσιμο διαδικτυακά, σκέφτηκα να το δημοσιεύσω εδώ ώστε να υπάρχει για λόγους αρχείου και να φαίνεται ότι μερικοί τα λέγαμε από αρκετά νωρίς.

Στο προηγούμενο φύλλο της «Εποχής»,  δημοσιεύτηκε η απολογητική δήλωση του Μανόλη Γλέζου υπέρ του Μίκη Θεοδωράκη (ή τουλάχιστον κατά των επικρίσεων που δέχτηκε ο Μίκης Θεοδωράκης) για τις γνωστές δηλώσεις του κατά του εβραϊκού λαού ο οποίος «είναι στη ρίζα του κακού».
Η δημοσίευση αυτή δεν είναι από μόνη της κάτι κακό. Έχει όμως ένα παράδοξο αποτέλεσμα, ότι η εφημερίδα εμφανίζεται να καλύπτει αντιδράσεις σε ένα γεγονóς, χωρίς όμως να έχει αναφερθεί καθόλου στο ίδιο το γεγονóς.
Ασχέτως λοιπόν των λόγων και των ιδιοτελειών που ώθησαν τον κ. Μίλερ ή την ισραηλινή κυβέρνηση να επιτεθούν στον εθνικό μας συνθέτη, υπάρχει ένα ζήτημα με τις ίδιες τις δηλώσεις.
Όποιος τις διαβάσει, αν δεν θέλει να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του και αν οι λέξεις διατηρούν τη σημασία τους, δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε ένα μόνο  συμπέρασμα: οι δηλώσεις αυτές είναι ξεκάθαρα ρατσιστικές, είναι πραγματικά ο «ιδεότυπος» και η πολλοστή επανάληψη του παραδοσιακού θέματος του ευρωπαϊκού αντισημιτισμού. Οι βεβιασμένες προσπάθειες του ίδιου του συνθέτη, αλλά και άλλων, να συμμαζέψει εκ των υστέρων τη γκάφα του, δεν βελτιώνουν την εικόνα· αντίθετα την κάνουν χειρότερη. Διότι δεν είναι καθόλου πειστικό να ισχυρίζεσαι ότι ο Θεοδωράκης κατά βάθος ήθελε να «επικρίνει την πολιτική Σαρόν» και την «καταπίεση των Παλαιστινίων», όταν οι δηλώσεις του δεν περιέχουν την παραμικρή αναφορά στον Σαρόν, στους Παλαιστινίους, ή έστω στη σημερινή πολιτική συγκυρία. Οι δηλώσεις δεν μιλάνε καν για το κράτος του Ισραήλ. Ο μόνος που κατηγορείται είναι ένας άχρονος και α-ιστορικός «λαός των Εβραίων», ο οποίος με όρους ηθικολογικούς/ θρησκευτικούς, και όχι βέβαια πολιτικούς, δακτυλοδεικτείται ως η «αιτία του κακού».

Υπό τις συνθήκες αυτές, οφείλουμε επίσης να παραδεχτούμε το εξής προφανές: ότι ο κ. Μίλερ έχει απόλυτο δίκιο, και αυτοί που έχουν άδικο ή μιλούν εκτός θέματος είναι ο Συνασπισμός, το ΚΚΕ, ο Μανώλης Γλέζος και όλοι όσοι τον επέκριναν για τις δηλώσεις του –με επικεφαλής τον κυβερνητικό εκπρόσωπο ο οποίος τον κάλεσε «να είναι πιο προσεκτικός, γιατί δεν συμπεριλαμβάνεται στα καθήκοντά του η κριτική κατά Ελλήνων πολιτών» (λες και αν ο Θεοδωράκης ήταν π.χ. γιαπωνέζος πολίτης, η κριτική του Μίλερ θα ήταν θεμιτότερη).
Αντιγράφω εδώ τη δήλωση Μίλερ, όπως τουλάχιστο δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες:
«Είναι θλιβερό και λυπηρό ένας άνθρωπος αυτού του βεληνεκούς να κάνει τέτοια σχόλια. Πιστεύω είναι θλιβερό όταν οποιοσδήποτε, σε οποιαδήποτε εθνότητα και αν ανήκει, συκοφαντεί. Μένω έκπληκτος με αυτά τα σχόλια. Δεν είναι αυτός ο κόσμος στον οποίο ζω. Δεν σας αρέσει η πολιτική μιας χώρας; Εντάξει. Αυτό είναι δημοκρατία. Αλλά όταν δεν σου αρέσουν οι πολιτικές και αρχίζεις να το τοποθετείς με εθνικούς όρους, για μένα αυτό είναι πολύ θλιβερό και λυπηρό».
Δεν γνωρίζω τι προβλέπει το διπλωματικό πρωτόκολλο, αλλά από άποψη πολιτικής ουσίας η δήλωση αυτή είναι πραγματικά άψογη, προσωπικά δεν θα είχα τίποτα να αλλάξω. Νομίζω ότι ο Συνασπισμός που έσπευσε να τη χαρακτηρίσει «απαράδεκτη» ίσως θα έπρεπε να αναζητήσει και κάποιο επιχείρημα περί αυτού, αντί να επαφίεται απλώς στην «αυθόρμητη λαϊκή σοφία» ότι αυτά που λέει ένας (φονιάς των λαών) αμερικανός δεν μπορεί παρά να είναι απαράδεκτα.

Η απόσταση όμως αυτή που επισήμανα ανάμεσα στην αρχική κοτσάνα και τη μετέπειτα προσπάθεια εκλογίκευσής της, μας αποκαλύπτει μια ακόμα πιο ενδιαφέρουσα διάσταση του ατοπήματος του Θεοδωράκη.
Πράγματι, αν διαβάσουμε το κείμενο των αρχικών δηλώσεων, θα δούμε ότι σε αυτό δεν υπάρχει μόνο μίσος για τους Εβραίους, αλλά κυρίως υπάρχει ένα πιο  συγκεκριμένο «θλιβερό πάθος», όπως θα έλεγε ο Σπινόζα: η ζηλοφθονία γι’ αυτούς. Και, ως εκ τούτου, υπάρχει μίσος ανάμικτο με θαυμασμό. Ο Θεοδωράκης δεν επικρίνει καν τους Εβραίους: στην ουσία, τους εξυμνεί. Δηλαδή εξυμνεί αυτό που φαντάζεται ότι κάνουν οι Εβραίοι, ζηλεύει την προβαλλόμενη «επιθετικότητά» τους, και τους προβάλλει ως πρότυπο για την Ελλάδα και ως παράδειγμα προς μίμηση.
Όταν γίνεται ένας βιασμός και κάποιος διαμαρτύρεται γι’ αυτόν, αυτό μπορεί να το κάνει για δύο λόγους: είτε ειλικρινώς, επειδή είναι κατά των βιασμών από θέση αρχής, είτε διότι τον ενοχλεί που ο βιαστής είναι ένας άλλος και όχι ο ίδιος.
Η διαμαρτυρία του Θεοδωράκη κατά του Ισραήλ σαφώς ανήκει στη δεύτερη και όχι στην πρώτη κατηγορία.


Ο Θεοδωράκης λοιπόν μιλάει προσπαθώντας να αναδειχθεί ως ο αυθεντικός εκπρόσωπος του ελληνικού εθνικισμού, (εξάλλου δεν καταβάλλει και καμία προσπάθεια να το κρύψει, αφού αναφέρεται επαινετικά στον αλήστου μνήμης τέως δικαστικό και τέως πρόεδρο της δημοκρατίας), και να υποδείξει στον εθνικισμό αυτό μία γραμμή  πλεύσης, μία πολιτική: του προτείνει να γίνει πιο επιθετικός και εκφράζει την απογοήτευσή του που αυτό δεν έχει συμβεί ως τώρα.
Μπροστά σε αυτό το δυσάρεστο αλλά αναπόδραστο συμπέρασμα, φοβάμαι ότι έχουμε δύο επιλογές: η μία είναι να εκφράσουμε απλώς τη θλίψη μας που ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης δεν έχει δίπλα του κάποιους ανθρώπους να τον συγκρατούν και να τον προστατεύουν από ανάλογες κακοτοπιές, με τις οποίες κινδυνεύει να ακυρώσει  όλο το σημαντικό παρελθόν του και τη συμβολή του στην πολιτιστική παρέμβαση της αριστεράς στην Ελλάδα.
Η δεύτερη οδός βέβαια θα ήταν να πάρουμε απολύτως σοβαρά τις δηλώσεις αυτές, να μην τις απορρίψουμε ως μία γεροντική παραξενιά, αλλά να εντοπίσουμε ότι διαθέτουν έναν σαφή και συνεκτικό πυρήνα πολιτικής τοποθέτησης. Εξάλλου ο ίδιος ο Θεοδωράκης δεν έχει την αίσθηση ότι είπε κάτι διαφορετικό απ’ όσα έλεγε μέχρι τώρα, αφού, μετά τις επικρίσεις που δέχτηκε, διερωτήθηκε μεγαλοφώνως: «ειλικρινά απορώ για ποιον λόγο τώρα δημιουργήθηκε τόσος θόρυβος, σαν να άκουσαν κάτι για πρώτη φορά»[1]. Αυτή ακριβώς η παρατήρηση ίσως πρέπει να μας οδηγήσει να θέσουμε το ενοχλητικό ερώτημα μήπως τα σπέρματα αυτής της ελληνοκεντρικής τοποθέτησης υπήρχαν ήδη στο προηγούμενο έργο του, στα «Άξια εστί», στις «Ρωμιοσύνες», στα «Λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», στους «Επιτάφιους» (τίτλοι που είναι όλοι αντλημένοι από τη μυθολογία  του τρισχιλιετούς ελληνοχριστιανισμού), και απλώς εμείς δεν το  είχαμε προσέξει παρασυρμένοι από την τότε πολιτική στράτευση του ίδιου του συνθέτη ως δημοσίου προσώπου και την αριστερή ρητορική του. Tώρα που η τελευταία υποχώρησε, βλέπουμε αυτή τη συγκαλυμμένη τότε τάση να προβάλλει και να καταλαμβάνει το σύνολο του λόγου του Θεοδωράκη, (και όχι μόνο αυτού), οδηγώντας το προς τη ρατσιστική εκτροπή.
Πραγματικά δεν ξέρω ποια εκδοχή είναι χειρότερη.

[1] Ελευθεροτυπία, 13/11/2003.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου