Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Ένας Ρομά που ξέρω καλά πως τα βγάζει πολύ δύσκολα πέρα δείχνει αλληλεγγύη – ήρθε και μας άφησε και καρπούζια. Είχε φροντίσει να τα βάλει στο ψυγείο μερικές ώρες να είναι δροσερά…












Ενημέρωση 14/8/2015.
Σήμερα έσπρωξα με πολλή βία δυο πρόσφυγες. 
Αργότερα, όταν έφευγα με το ποδήλατο από την «Αγκαλιά» δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου και σταμάτησα για λίγο σε μια έρημη στάση λεωφορείου να ηρεμήσω. 

Ο άνθρωπος είναι ζώο. 
Είναι ζώο κακό που μόλις σταματήσει να έχει επίγνωση του εαυτού του, σχεδόν δηλαδή όλη τη μέρα, βγάζει κυνόδοντες και νύχια και τα ξαμώνει οπουδήποτε.
 Μου τηλεφώνησαν από την ομάδα του Μολύβου πως έρχεται λεωφορείο να πάρει κόσμο από εμάς. Είχαμε 150 άτομα περίπου. 
Ο οδηγός του λεωφορείου που έπρεπε να πάρει το πολύ πενήντα όταν σταμάτησε έξω από την Αγκαλιά δεν τόλμησε καν να ανοίξει την πόρτα. 
Με πήραν τηλέφωνο πως θα έπρεπε να πάω γρήγορα και να βάλω μια τάξη. 

Αγχώθηκα γιατί μου έχει ξανατύχει πολλές φορές και ξέρω πως είναι από τα δυσκολότερα κομμάτια. 
Οι πρόσφυγες που έχουν μάθει στη λογική πως επιβιώνει ο πιο τυχερός, ο πιο γρήγορος, ο πιο μαχητικός, εύκολα πανικοβάλλονται, δύσκολα χαλιναγωγούνται όπως κάθε απεγνωσμένο πλήθος. 

Ο οδηγός με κοιτούσε έντρομος και έκανε νόημα «δεν ανοίγω». 
Αν έμπαιναν όλοι μέσα κανείς δεν θα δεχόταν να βγει δίχως την παρέμβαση της αστυνομίας. 
Μια παρέμβαση η οποία, επίσης, ξέρω πως εννιά στις δέκα φορές καταλήγει πολύ άσχημα. 

Οι ραφινάτοι τρόποι της άρτιας εκπαιδευμένης ελληνικής αστυνομίας μου είναι πασίγνωστοι. Δεν μπορώ να πω ότι τα κατάφερα καλά.
 Δεν έχω ούτε εγώ εκπαιδευτεί για να το κάνω αυτό μόνος.
 Δεν έχω ιδέα, μόνο λίγο θάρρος και ίσως περισσότερο θράσος από ο,τι θα μου βγει σε καλό. 

Η Κατερίνα και η Ελένη είχαν κάνει ήδη βάρδιες ενώ πραγματικά διστάζουν και αυτές και εγώ να εμπλακούν σε τέτοιες καταστάσεις. 
Όλοι έσπρωχναν, όλοι έσπρωχναν ενώ αυτό που έκανε εντύπωση ήταν η απόλυτη ησυχία. 

Όλοι έσπρωχναν με όλη τους τη δύναμη σε απόλυτη ησυχία. 
Κάτι φρικιαστικό, κάτι που ακόμα το επεξεργάζομαι.

 Μόνο που κατάφερα να μπουν γυναικόπαιδα φτάνει. 
Στον πανικό ένας πατέρας έχασε το κοριτσάκι το οποίο άρχισε να το σπρώχνει η ανθρώπινη μάζα, να ζουλιέται ώσπου έβλεπα μόνο το χεράκι της να απλώνεται για βοήθεια. 

Εκεί σάλεψε ο νους μου. 

Σαν το ζωό ουρλιάζοντας έσπρωξα τους δυο πρώτους (σπρώξιμο; Χτύπημα;) και έξαλλος απώθησα όσους στεκόταν ανάμεσα σε εμένα και το κορίτσι. 
Σώμα με σώμα.
 Ήμουν ένας κοντούλης, στρουμπουλός δυτικός που κατέβαζε ο,τι καντήλι ήξερε σπρώχοντας και τσιρίζοντας. 

Δεν ξέρω αν ήμουν τρομαχτικός ή απλά γελοίος, αλλά όλοι έκαναν πίσω. 

Τους φώναξα να καθίσουν εκείνη τη στιγμή όλοι κάτω. 
Το έκαναν.
 «Θα πάτε με τα πόδια στη Μυτιλήνη» τους φώναξα. «Το αξίζουμε, είμαστε ζώα» είπε ένας. 

Η φράση του με συνέφερε. 

«Όχι, δεν είστε ζώα. Ζώα είναι αυτοί που κατέστρεψαν τη χώρα σας και όλοι τους μοιάζουν με μένα. Δεν σας το παίζω αφεντικό απλά προσπαθώ να βάλω μια τάξη σε όλη αυτήν την τρέλα. Δεν είστε σε εμπόλεμη ζώνη πλέον. Μπορεί να αργήσετε να πάτε Μυτιλήνη αλλά θα πάτε. 
Εδώ θα έχετε φαγητό και ξεκούραση. Πρέπει να ηρεμήσετε και να κάνετε μεγάλη προσπάθεια να σκεφτείτε διαφορετικά». 

Ούτε τον εαυτό μου δεν μπορούσα να πείσω. 
Τι σκατά κάνω εγώ εδώ, πως έχω μπλέξει με όλο αυτό, ποιόν αντικαθιστούμε, τι βάρος και τι ευθύνη είναι αυτή στους ώμους μας…

 Η Κατερίνα το πρωί τα βρήκε πολύ σκούρα με τόσα άτομα. 
Έχοντας μόνο τη μικρή της αδερφή για βοήθεια και εμάς στο μαγαζί να τρέχουμε σαν τρελούς (ναι, ξέρετε πρέπει από κάπου να ζήσουμε) πραγματικά τα χρειάστηκε.

 Βρήκε τρόπο να μεταφέρει μια καρκινοπαθή στο νοσοκομείο (Μαρία ευχαριστούμε) να τους ταϊσει, να τους γιατροπορέψει μα βγήκε απολύτως εξαντλημένη. 

H κατάσταση πλέον έχει ξεφύγει ολότελα από τα χέρια μας. 
Δεν προλαβαίνουμε ούτε καν να ταϊσουμε τον κόσμο που φτάνει από παντού, μετά βίας κρατάμε καθαρή την Αγκαλιά, είναι τόσοι πολλοί, είναι τόσα πολλά τα παιδιά. 

Οι δρόμοι είναι γεμάτοι και αυτοί που ενδιαφέρονται να βοηθήσουν απελπιστικά λίγοι...
Αυτό ήταν. 
Φέτος το καλοκαίρι είδαμε την ασχήμια να μας ξεπερνάει και είδαμε πως κανένας βράχος δεν μπορεί τελικά να νικήσει το πέλαγος. 
Δεν στεκόμαστε, απλά μας παρασύρει όλο αυτό και μας χτυπάει εδώ και εκεί. 
Κρίμα.
 Δεν έχει τίποτα το αξιοπρεπές αυτή η κατάντια. 

Μόνο τα μωρά και τα παιδάκια που μας κοιτούν έχουν κάποιο νόημα. 
Ολα τα άλλα είναι μια θύελλα χάους και παράνοιας. 
Και πάνω που πήγα να απελπιστώ βρέθηκα στον Μόλυβο. 

Και όταν τελείωσα τις παραγγελίες κατά τις εφτά το απόγευμα πήγα να δω τα παιδιά που βοηθούν τους πρόσφυγες στο παρκινγκ. 
Και εκεί έμεινα άναυδος. 
Μιλάμε εμείς στην Αγκαλιά για εκατό και διακόσια άτομα. 

Στο Μόλυβο αυτοί οι λίγοι άνθρωποι, ξένοι σχεδόν όλοι τους, 
Ο Έρικ, η Μελίντα, η Φίλιππα και οι άλλοι, αυτοί είναι οι ήρωες. 

Το πάρκινγκ είχε τριακόσια άτομα στο χώμα. 
Στο χώμα.
 Κάτω.
 Μωρά, παιδιά, στο χώμα.
 Κάθε μέρα έτσι, χίλιοι διακόσιοι ήταν τις προάλλες.
 Στο χώμα αλλά τουλάχιστον με κάποιον να είναι εκεί για αυτούς.
 Με κάποιον να είναι εκεί.

 Με την τοπική κοινωνία διόλου αλληλέγγυα, κοντόφθαλμη και ανάγλητη –μα για αυτό θα γράψω κάποτε όταν θα έρθει ο καιρός – θα γράψω πως δεν έχουν αφήσει την τοπική ομάδα καν να στήσει τις χημικές τουαλέτες που έχει βρει, για να γκρινιάζουν αργότερα που οι πρόσφυγες κάνουν την ανάγκη τους...που; 

Τα παιδιά της ομάδας με υποδέχτηκαν με μεγάλες, θερμές αγκαλιές. 
Αλήθεια σας λέω, αυτήν την ανθρώπινη, άδολη αγκαλιά την έχουμε τόσο ανάγκη. 

Είναι σαν να σου λέει ο άλλος, «φίλε, ξέρω ακριβώς τι περνάς, τα ίδια και εδώ».

 Η ομάδα στον Μόλυβο κάνει δέκα φορές πιο σπουδαία δουλειά από την Αγκαλιά μόνο και μόνο από θέμα μεγεθών, από θέμα ανύπαρκτης στέγης από θέμα μιας τοπικής κοινότητας κατά βάση ενάντιας. 

Τον σεβασμό μας, απόλυτα και ξεκάθαρα σε αυτούς τους ανθρώπους. 
Αυτά τα λίγα. 
Έχω καταλάβει ότι σιγά-σιγά το χάνω το παιχνίδι γιατί ολοένα και γίνομαι πιο ευσυγκίνητος (στις εκδηλώσεις που κάναμε δεν μπόρεσα να διαβάσω κάποια κείμενα μέχρι τέλους ενώ πιάνω τον εαυτό μου να βουρκώνει σε ανύποπτο χρόνο, να κλαίει εν κρυπτώ - εγώ που δεν έκλαψα στην κηδεία του πατέρα μου). Κόσμος έρχεται και μας βοηθάει, απαντάει στις εκκλήσεις. Απελπιστικά λίγος αλλά παροιμιωδώς ποιοτικός. 

Ένας Ρομά – ένας Ρομά ρε γνήσιοι Έλληναράδες - από τα Δάφια μου στέλνει συνεχώς μηνύματα στο facebook για το πόσες οικογένειες κατεβάζει Καλλονή κάθε μέρα. 

Ένας Ρομά που ξέρω καλά πως τα βγάζει πολύ δύσκολα πέρα δείχνει αλληλεγγύη 
– ήρθε και μας άφησε και καρπούζια. 
Είχε φροντίσει να τα βάλει στο ψυγείο μερικές ώρες να είναι δροσερά…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου