Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

Johnny Frank Garrett: αθώος ή ένοχος



Της Νίνας Κουλετάκη
Η φρίκη στην παιδική ηλικία

Η υπόθεση του Johnny Frank Garrett είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση διαμόρφωσης μιας σοβαρά διαταραγμένης προσωπικότητας, απόλυτης σύγχυσης αναφορικά με την σεξουαλικότητα, κατασκευασμένης ροπής προς την ακραία βία και, όλα αυτά, μέσα από το πιο οικείο περιβάλλον, αυτό της άμεσης οικογένειας.
Ο Johnny Frank Garrett γεννήθηκε το 1964.  
Μητέρα του ήταν μια νεαρή, ανύπαντρη γυναίκα, η Charlotte Garrett, η οποία ζούσε στο Amarillo του Texas.  

Ήταν μια δύσκολη γέννα, το βρέφος άργησε να οξυγονωθεί, με αποτέλεσμα να του μείνει μια ελαφρά εγκεφαλική βλάβη που, όμως, δεν θα ήταν και η τελευταία της ζωής του.  

Μεγαλώνοντας διαπίστωσε πως είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό ο οποίος, όπως και άλλα νεαρά άτομα της οικογένειας, είχαν υποστεί κακοποίηση.
Ο πρώτος πατέρας που θυμόταν ο Johnny, χωρίς να είναι σίγουρο πως ήταν και ο βιολογικός του πατέρας, ήταν ένας βάναυσος άντρας που χτυπούσε την μητέρα του και τον αδελφό του με ένα μπαστούνι του baseball.  
H Charlotte, μάρτυρας του Ιεχωβά, βίωνε την μία νευρική κατάρρευση μετά την άλλη, χωρίς να μπορεί να πάρει τη ζωή της στα χέρια της και να βοηθήσει τον εαυτό της και τα παιδιά της.

Όταν το αγόρι ήταν δύο χρονών η μητέρα του, μετά από ένα ακόμη επεισόδιο, κλείστηκε σε νευρολογική κλινική και ο Johnny πήγε να ζήσει με τους γονείς της Charlotte, σε ένα αφιλόξενο, κρύο σπίτι, γεμάτο κατσαρίδες.  
Οι παππούδες κάθε άλλο παρά στοργή επιφύλασσαν για το εγγόνι τους: τον άφηναν σχεδόν νηστικό και τον χτυπούσαν για το παραμικρό.  Τον μεγάλωναν με τον ίδιο τρόπο που είχαν μεγαλώσει και την κόρη τους.  
Μαζί με τον Johnny τα ίδια περνούσε και η εξαδέλφη του Kathalene η οποία επίσης ζούσε στο σπίτι των παππούδων.
Όταν ο Johnny έφτασε σχεδόν τεσσάρων ετών, η μητέρα του βγήκε από το ψυχιατρείο και θέλησε να επανενώσει την οικογένειά της.  
Χώρισε τον άνδρα της μα σύντομα ξαναπαντρεύτηκε και η νέα οικογένεια εγκαταστάθηκε σ’ ένα άθλιο τροχόσπιτο.  
Ο πατέρας αρ. 2 του Johnny δεν ήταν σε τίποτα καλύτερος από τον αρ. 1: 
τον χτυπούσε διαρκώς και συνήθιζε, όπως άλλωστε και η γιαγιά του παιδιού, να τον κρατούν σχεδόν κολλημένο στην ξυλόσομπα, όταν δεν σταματούσε το κλάμα. Η ξαδέλφη του Kathalene θυμάται τις κραυγές πόνου του μικρού Johnny και τα σημάδια που δεν έφυγαν ποτέ από το κορμί του.
Η μητέρα του αγοριού εξακολούθησε να αραδιάζει παιδιά και να τα παραμελεί, καθώς η ψυχική της υγεία δεν της επέτρεπε ν’ ασχοληθεί μαζί τους.  
Έτσι, τα επόμενα χρόνια της ζωής του, ο Johnny πηγαινοερχόταν σαν αζήτητο πακέτο ανάμεσα στο φριχτό σπίτι των παππούδων και στο διαλυμένο τροχόσπιτο της μητέρας του.  
Η γιαγιά του τον αποκαλούσε μπάσταρδο και τον χτυπούσε στο κεφάλι.  Τον έντυνε με κοριτσίστικα ρούχα και τον παρέδιδε στον παππού, ο οποίος τον κακοποιούσε σεξουαλικά.  
Η ξαδέλφη του κατέθεσε αργότερα ότι άκουγε τον Johnny να κλαίει σπαρακτικά κατά την διάρκεια αυτών των «συναντήσεων», που λάμβαναν χώρα δυο φορές την εβδομάδα.

Κάποια στιγμή η Charlotte ξαναμάζεψε τον Johnny, τον μεγαλύτερο αδελφό του και τα τρία μικρότερα αδέλφια του –δυο κορίτσια και ένα αγόρι- στο τροχόσπιτο, σε μια νέα προσπάθεια να ζήσουν ως οικογένεια.  
Ήταν η εποχή που έκανε την εμφάνισή του ο πατέρας αρ. 3, τρεις φορές χειρότερος από τους προηγούμενους.  Στους ξυλοδαρμούς και στην σωματική κακοποίηση, αυτή την φορά, προστέθηκε και η σεξουαλική.  Ο «πατέρας» ανάγκαζε το παιδί να κάνει στοματικό σεξ, τόσο σ’ εκείνον όσο και σε έναν φίλο του και δεν άργησε να περάσει στον σοδομισμό.  
Ανάγκαζε το αγόρι να παίρνει εξευτελιστικές πόζες γυμνό και το σοδόμιζε, ενώ η μητέρα του βρισκόταν στην δουλειά.  Άνεργος ο ίδιος, είχε αναλάβει να «προσέχει» τα παιδιά και κακοποιούσε συστηματικά τον Johnny ενώ τα μικρότερα αδέλφια του κοιμόνταν στο διπλανό δωμάτιο.  
Με απειλές και ξυλοδαρμούς εξασφάλιζε την σιωπή του παιδιού.
Ήδη η προσωπικότητα του Johnny είχε υποστεί απίστευτη κακοποίηση και διαστροφή. 
 Το αγόρι είχε γίνει ένα προβληματικό παιδί, κλεισμένο στον εαυτό του, διαρκώς τρομοκρατημένο, με βλέμμα πανικόβλητο.  Όμως κανείς δεν ασχολιόταν ουσιαστικά μαζί του, ώστε να παρατηρήσει τα ανησυχητικά σημάδια και να τους δώσει την δέουσα σημασία.
Η Charlotte χώρισε και από τον τρίτο βάναυστο σύζυγο, αλλά ο Johnny δεν απαλλάχτηκε από την «πατρική στοργή».  Αντίθετα ο πατριός του εξακολουθούσε να βρίσκεται στην ζωή του με τρόπο απειλητικό και, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να τον οδηγήσει σε κάποιον φίλο του, ο οποίος γύριζε πορνό ταινίες παιδοφιλικού περιεχομένου.  
Το αγόρι εξαναγκάστηκε να κάνει σεξ με ενήλικους άντρες αλλά και με έναν σκύλο!  
Ο Johnny θα κατέθετε αργότερα ότι είχε δει μικρά παιδιά επτά ετών να συμμετέχουν στα γυρίσματα.

Φτάνοντας στην εφηβεία ο Johnny εκδιδόταν κανονικά από τον πατριό του.  
Ήταν ένα αδύνατο και μικροκαμωμένο αγόρι κι έδειχνε μικρότερος από την ηλικία του, γεγονός που άρεσε στους «πελάτες», ανάμεσα στους οποίους –σύμφωνα με μαρτυρία του Johnny- ήταν ένας δικαστής κι ένας πολύ γνωστός επιχειρηματίας.

Η αδιάκοπη, σωματική και σεξουαλική, κακοποίηση του παιδιού έπρεπε κάπου να εκτονωθούν.  Όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Johnny άρχισε να επιδεικνύει μια παραβατική και βίαιη συμπεριφορά, τόσο στο σχολείο όσο και στη γειτονιά.  
Όταν τραυμάτισε σοβαρά έναν συμμαθητή του, πετώντας του ένα βαρύ, γυάλινο σκεύος στο κεφάλι, τον έστειλαν στο αναμορφωτήριο.  Εκεί η πνευματική του υγεία διαταράχθηκε εντελώς, καθώς ήταν σίγουρος ότι, άτομα που δεν γνώριζε, καραδοκούσαν για να του επιτεθούν και να του κάνουν κακό.  Έπρεπε, λοιπόν, να επιτεθεί πρώτος αυτός.  
Βαθειά διαταραγμένος, συνήθιζε να αυνανίζεται τοποθετώντας, ταυτόχρονα, μπουκάλια στον πρωκτό του αλλά και να προσπαθεί να κάνει το ίδιο σε πιο αδύναμους από αυτόν. Τ
ο θύμα, όπως συχνότατα συμβαίνει, είχε μεταλλαχθεί σε θύτη.

Στο μεταξύ η, εξίσου διαταραγμένη μητέρα του, είχε παντρευτεί και χωρίσει για τέταρτη φορά.  Προσπαθώντας να συμμαζέψει τα κομμάτια της δικής της κατεστραμμένης ζωής, δεν είχε χρόνο –για άλλη μια φορά- να ασχοληθεί με τα σοβαρά προβλήματα του Johnny, o οποίος είχε πλέον εντελώς ξεφύγει. 
 Προσπαθώντας να ξεχάσει και να ξεπεράσει ό,τι άσχημο του συνέβαινε, το αγόρι υποκρινόταν ότι έβγαινε από το σώμα του και όλα τα φρικτά συνέβαιναν σε κάποιον άλλο και όχι στον ίδιο. Με χαμένα, πια, τα λογικά του έκανε επιθέσεις σε αγνώστους, όντας σίγουρος ότι σκόπευαν να τον βλάψουν.
Έχοντας καταντήσει φόβος και τρόμος στη γειτονιά, οι αρχές τον έκλεισαν ξανά σε αναμορφωτήριο απ’ όπου βγήκε το καλοκαίρι του 1981, σε ηλικία 17 ετών.  
Για μια ακόμη φορά άρχισε να μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο σπίτι των παππούδων και το τροχόσπιτο της Charlotte. Περιφερόταν άσκοπα στην γειτονιά και συνήθιζε να παρακολουθεί τις καλόγριες του τοπικού μοναστηριού να πηγαινοέρχονται, πολλές από τις οποίες ήταν συνομήλικες με την μισητή γιαγιά του.

Την τελευταία ημέρα του Οκτώβρη του 1981, ο δεκαεπτάχρονος Johnny επισκέφτηκε την γιαγιά και τον παππού του, οι οποίοι τον προσέβαλαν και τον ανάγκασαν να τραπεί σε φυγή.  

Προμηθεύτηκε αλκοόλ, μέθυσε και κατευθύνθηκε στης μητέρας του, η οποία είχε πρόσφατα μετακομίσει από το τροχόσπιτο σε ένα σπίτι κοντά στο μοναστήρι του St Francis.  

Κανείς δεν γνωρίζει τι συνέβη εκεί –ούτε ο ίδιος, καθώς η διαρκής κακοποίηση και τα χτυπήματα στο κεφάλι του είχαν δημιουργήσει κενά μνήμης και παραισθητικά επεισόδια- αλλά όταν έφυγε από εκεί η μητέρα του φορούσε μόνο ένα εσώρουχο, όπως κατέθεσε και μια γειτόνισσα που την είδε να στέκεται στην πόρτα του σπιτιού.

Το έγκλημα

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Οκτωβρίου 1981, ο Johnny Frank Garrettδιέσχισε το γρασίδι μπροστά από το μοναστήρι του St Francis.  
Kαλυμμένος από το σκοτάδι και χρησιμοποιώντας ένα κοινό μαχαίρι ως μοχλό, έσπασε ένα πατζούρι παραθύρου και στη συνέχεια το τζάμι, αποκτώντας πρόσβαση σ’ έναν διάδρομο του μοναστηριού.
 Το στραβωμένο μαχαίρι βρέθηκε κάτω από το κρεβάτι του θύματος
ενώ  ένα άλλο, από αυτά που χρησιμοποιούμε για να κόβουμε το κρέας, βρέθηκε πεταμένο έξω από το παράθυρο.
Περπάτησε στον διάδρομο μέχρι να συναντήσει μια ανοιχτή πόρτα.
  
Η πρώτη που συνάντησε ήταν αυτή του κελιού της 76χρονης Αδελφής Catherine, κατά κόσμον Tadea Benz.
  H ηλικιωμένη μοναχή κοιμόταν βαθειά.

Της έκλεισε με το χέρι του το στόμα, ώστε να την εμποδίσει να φωνάξει.  
Την έγδυσε ή την εξανάγκασε να γδυθεί (η κατάθεσή του ήταν συχνά μπερδεμένη).  
Την βίασε, την στραγκάλισε και την μαχαίρωσε.  
Μια εφημερίδα έγραψε ότι την ώρα του βιασμού η μοναχή προσευχόταν δυνατά, αλλά κανείς δεν έσπευσε σε βοήθειά της.  Το γυμνό της πτώμα ανακαλύφθηκε στο πάτωμα του κελιού της, λίγες ώρες αργότερα.  Υπήρχε αίμα στο κορμί της και στους τοίχους του κελιού.


Υπήρξαν μάρτυρες που είχαν δει τον Johnny να περιφέρεται γύρω από το μοναστήρι και η αστυνομία δεν άργησε να συλλάβει τον 17χρονο, 


ο οποίος στην αρχή παραδέχτηκε την ενοχή του και στην συνέχεια αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του στο έγκλημα.
 Συνέχισε να υποστηρίζει την αθωότητά του μέχρι την ημέρα της εκτέλεσής του. 

 Τα αποδεικτικά στοιχεία, όμως, ήταν αμείλικτα: 
τα δακτυλικά του αποτυπώματα βρέθηκαν τόσο στα δύο μαχαίρια όσο και στο κελί της μοναχής, ενώ τρίχες, που έμοιαζαν με αυτές από την περιοχή των γεννητικών του οργάνων ανακαλύφθηκαν στους γλουτούς του θύματος.

Δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. 
 Μεταφέρθηκε στην Πτέρυγα των Μελλοθανάτων της φυλακής του Huntsville του Texas. 

 Εκεί, φύλακες και συγκρατούμενοι τον άκουγαν συχνά να συνομιλεί με φανταστικά πρόσωπα μεγαλοφώνως, «συζητήσεις» που, πολλές φορές, διαρκούσαν ολόκληρα μερόνυχτα.  

Αν και οι δεσμοφύλακες στο Huntsville ήταν συνηθισμένοι σε διαταραγμένους κρατούμενους, ομολογούσαν ότι ο Garrett ήταν ο «πιο τρελός από όλους».  

Η γιατρός Dorothy Lewis που πραγματοποίησε την ψυχιατρική του εξέταση, κατέληξε πως έπασχε από διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας.  Με άλλα λόγια ο Johnny είχε δημιουργήσει κι άλλες προσωπικότητες, οι οποίες επιβαρύνονταν με τον πόνο που του είχαν προκαλέσει οι γύρω του όλα αυτά τα χρόνια, ώστε να μπορεί ο ίδιος να αντέξει και να επιβιώσει.

Ο ψυχίατρος της φυλακής διέγνωσε πως ο νέος ήταν σχιζοφρενής.  Του έγραψε ισχυρότατη αντιψυχωσική φαρμακευτική αγωγή η οποία, όμως, δεν κατόρθωσε να κάνει τις φωνές στο κεφάλι του να σιωπήσουν.
Ο Johnny παρέμεινε στην Πτέρυγα Μελλοθανάτων μέχρι τα 28 χρόνια του, το 1992 οπότε και εκτελέστηκε.  Τον Ιανουάριο του 1992 ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ έκανε έκκληση να του δοθεί χάρη.  Το ίδιο έκαναν και οι μοναχές του St Francis.  
Στρατιές ψυχιάτρων δήλωναν ότι δεν είναι δυνατόν να θανατωθεί ένας νέος 28 ετών, για ένα έγκλημα που διέπραξε στα 17 του υπό το κράτος σοβαρότατης ψυχικής ασθένειας, που του είχε δημιουργηθεί από αδιανόητη κακοποίηση επί σειρά ετών.
Στις εφέσεις οι δικηγόροι υπεράσπισης παρουσίασαν όλα τα στοιχεία της βάναυσης κακοποίησης που είψχε υποστεί από τους πατριούς του και οι ψυχίατροι βεβαίωσαν την διαταραχή πολλαπλών προσωπικοτήτων.  Τίποτα από αυτά, όμως, δεν στάθηκε ικανό να αλλάξει την δικαστική απόφαση.
Στις 11 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, ο Johnny Frank Garrett μπήκε στον θάλαμο εκτελέσεων της φυλακής Huntsville. H μητέρα του και οι αδελφές του, Jeane και Janet, ήταν παρούσες.  
Η Charlotte του είπε πολλές φορές πως τον αγαπούσε και πως «θα κοιμόταν και όλα θα ήταν καλά». 
 Έξω από τις φυλακές υπήρχε συγκεντρωμένο πλήθος που ζητωκραύγαζε για την εκτέλεσή του καθώς και μέλη της Διεθνούς Αμνηστείας που φώναζαν συνθήματα κατά της θανατικής ποινής.

Όταν τον έδεσαν στο φορείο o Johnny είπε: 
«ευχαριστώ τους φίλους μου που έκαναν τα πάντα για να αποφευχθεί όλο αυτό…  τον πνευματικό μου που με βοήθησε να το αντέξω.  Θέλω να ευχαριστήσω την οικογένειά μου για την αγάπη της.  Ο υπόλοιπος κόσμος μπορεί να πάει να γαμηθεί».
Καθώς του έκαναν την θανατηφόρο ένεση, ο Johnny είχε καρφωμένο το βλέμμα του στο ταβάνι.  
Ο θάνατος ήρθε μέσα σε μερικά λεπτά και ήταν καλύτερος και σπλαχνικότερος από την σύντομη ζωή του.
Η ιστορία της ζωής του Johnny Frank Garrett θα μπορούσε να τελειώνει με την εκτέλεσή του.  Όμως δεν συνέβη έτσι.  
Τόσο ο ίδιος, μέχρι την στιγμή της εκτέλεσής του, όσο και η οικογένειά του –οι αδελφές του συγκεκριμένα- χρόνια ολόκληρα μετά τον θάνατό του, επέμεναν για την αθωότητά του και ισχυρίζονταν πως ο πραγματικός δολοφόνος της μοναχής κυκλοφορούσε ελεύθερος.  
Ακόμη και ο τρόπος που αναγνωρίστηκε και συνελήφθη ο Garrett αμφισβητήθηκε από μια σειρά ανθρώπων.  Ας δούμε κάποια γεγονότα με λεπτομέρεια.
Κατά την διάρκεια της άνοιξης του 1981, στην ευρύτερη περιοχή του Amarillo, είχαν σημειωθεί επιθέσεις σε σπίτια δέκα μοναχικών, ηλικιωμένων γυναικών.  
Όλες είχαν βιαστεί και ξυλοκοπηθεί άγρια, σχεδόν μέχρι θανάτου. 
 Στις 9 Ιουλίου του 1981, τρεις μήνες πριν την δολοφονία της μοναχής, μια 77χρονη γυναίκα, η NarnieCox Bryson, βιάζεται και δολοφονείται στο σπίτι της στο Amarillo.  
H δολοφονία της παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με εκείνη της Αδελφής TadeaBenz, στις 31 Οκτωβρίου του ιδίου έτους. 
Καθώς και στις δύο περιπτώσεις υπήρξαν μαρτυρίες για κάποιον «σκουρόχρωμο» που είχε θεαθεί να τριγυρίζει κοντά στο σπίτι της Bryson αλλά και στο μοναστήρι, η αστυνομία αρχικά επικεντρώνει τις έρευνές της στην συνοικία όπου κατοικούν οι πρόσφυγες από την Κούβα, που είχαν εγκατασταθεί στο Amarillo μετά την ομαδική φυγή τους από την Κούβα.

Ας πούμε δυο λόγια για την φυγή αυτή, την γνωστή ως Mariel Boatlift. 

Το 1980 ο Φιντέλ Κάστρο πιεζόμενος από την ανάγκη μεγάλης μάζας του λαού να καταφύγει αλλού για να ζήσει ζητώντας πολιτικό άσυλο, ήρε τις απαγορεύσεις και περίπου 125.000 Κουβανοί μετανάστευσαν στις ΗΠΑ. 
Το Mariel Boatlift ξεκίνησε στο λιμάνι Μαριέλ και θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα στις σχέσεις των δύο χωρών, μιας και ανάμεσα στους πρόσφυγες υπήρχαν άτομα από σανατόρια και ψυχιατρεία και έγκλειστοι των φυλακών. 
Oι «Μαριελίτος» από την Φλόριντα διοχετεύτηκαν σε όλες τις πολιτείες της νοτιοδυτικής ακτής. 
Μια μεγάλη ομάδα από αυτούς εγκαταστάθηκε και στο Amarillo και ανάμεσά τους η αστυνομία αναζήτησε τον δολοφόνο της Bryson.
Oι υποψίες συγκεντρώθηκαν στο πρόσωπο του Fernando Flores, ο οποίος και συνελήφθη.  Ανακρίθηκε για την δολοφονία της Bryson αλλά δεν βρέθηκε κανένα στοιχείο που να τον συνδέει με αυτήν κι έτσι αφέθηκε ελεύθερος.  

Δυο μέρες αργότερα δολοφονήθηκε η μοναχή.  
Θορυβημένη η αστυνομία του Amarillo και ο Κυβερνήτης του Τέξας, πιέζονται να βρουν γρήγορα τον ένοχο.  Ο προβληματικός 17χρονος που συχνά παρακολουθούσε τις μοναχές, είναι ο προφανής υπαίτιος.  
Ο Garrett συλλαμβάνεται στις 9 Νοεμβρίου, για να ακολουθήσουν όσα οδήγησαν στην εκτέλεσή του.  Όμως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς όπως παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, όπως αποκαλύφθηκε σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα!

Ανάμεσα στους κουβανούς υπόπτους για τους βιασμούς των ηλικιωμένων γυναικών, αλλά και για την δολοφονία της μοναχής, ήταν και ο Leonicio Perez Rueda, δείγματα αίματος και τριχών του οποίου είχε αποσπάσει η αστυνομία.  
Με την εξέταση DNA στα σπάργανα και σίγουρα μη χρησιμοποιούμενη για την ταυτοποίηση προσώπων (η εξέταση DNA χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ως αποδεικτικό στοιχείο σε δικαστήριο, το 1986 στην Αγγλία) το γενετικό υλικό του Rueda παρέμεινε σε κάποια αποθήκη της αστυνομίας αχρησιμοποίητο κι ενώ ο ίδιος είχε ανακριθεί ανάμεσα σε άλλους, αφέθηκε ελεύθερος στις 4 Νοεμβρίου 1981.
Στις 6 του ιδίου μήνα ένα ντόπιο μέντιουμ, γνωστό με τα ονόματα Inez και Bubbles, κάλεσε τις αρχές και κατέθεσε πως είχε «δει» εικόνες με τον δολοφόνο της μοναχής.
  Είπε πως ήταν άτομο νεαρής ηλικίας, ζούσε σε ένα άσπρο σπίτι στο Amarillo, κοντά στο μοναστήρι, και είχε κάποιου είδους σχέση με έναν Clyde.

Όλα ήταν υπερβολικά βολικά.  
Ο Johnny ήταν γνωστός ταραξίας της περιοχής, χάζευε συχνότατα τις μοναχές, ζούσε σε ένα άσπρο σπίτι, το τελευταίο διάστημα μαζί με την μητέρα και τα αδέλφια του και στην αυλή υπήρχε ένα σκυλόσπιτο με το όνομα Clyde γραμμένο με μπογιά πάνω του.  
Αυτή την φορά η αστυνομία είχε βρει τον πραγματικό δολοφόνο. 
 Ήταν, όμως, έτσι;

Στην καταδίκη του Garrett βάρυνε πολύ το γεγονός ότι τα αποτυπώματά του βρέθηκαν στο κελί της μοναχής, αν και ο ίδιος ομολόγησε ότι –αρκετές ημέρες πριν την δολοφονία- είχε μπει στο μοναστήρι με έναν φίλο του, για να κλέψουν.  

Από το κελί της δολοφονημένης μοναχής είχε πάρει έναν σταυρό, ο οποίος και είχε βρεθεί στην κατοχή του.  
Οι ισχυρισμοί του δεν έγιναν δεκτοί, ούτε η μαρτυρία του φίλου του καθώς θεωρήθηκε αναξιόπιστη. 

Τα αποτυπώματά του υπήρχαν και στα δύο μαχαίρια που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος, κανένα όμως από αυτά δεν ήταν το όπλο της δολοφονίας. 
Επιπλέον τα ίχνη από παπούτσια που βρέθηκαν μετά την δολοφονία έξω από το μοναστήρι δεν ανήκαν στον Garrett.
Ο Johnny δεν υπέγραψε ποτέ την «ομολογία» του.
H ανυπόγραφη ομολογία του Garrett

Το 2004, είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια μετά τον βιασμό και την δολοφονία της Narnie Cox Bryson, η οποία είχε μείνει ανεξιχνίαστη και οι έρευνες για την ανακάλυψη του ενόχου συνεχίζονταν, αποδείχτηκε «πέραν πάσης αμφιβολίας» ότι ο δολοφόνος της ήταν ο Rueda, καθώς μια εξέταση DNA επιβεβαίωσε την ενοχή του. 
Ο Rueda ήταν κρατούμενος στις φυλακές του New Mexico, κατηγορούμενος για σεξουαλικές επιθέσεις.  Το DNA του βρισκόταν στο σύστημα και ταυτοποιήθηκε με εκείνο που είχε περισυλλεγεί στο σπίτι της Bryson. 
Ο ίδιος ομολόγησε και καταδικάστηκε.

Ήταν τότε ακριβώς που οι αδελφές του Garrett,  οι οποίες για χρόνια ολόκληρα υποστήριζαν την αθωότητα του Johnny, ανέθεσαν στον δικηγόρο Jesse LQuackenbush να κινήσει τις διαδικασίες για την αποκατάσταση του ονόματος του Johnny Frank Garrett.

O Quackenbush, επανεξέτασε σε βάθος την υπόθεση, μίλησε με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταδίκη του Garrett ήταν μια δικαστική πλάνη και το όνομά του θα έπρεπε να αποκατασταθεί, έστω και μετά θάνατον. 

Όλες του οι προσπάθειες αυτές καταγράφηκαν στο ντοκυμαντέρ The LastWord (H Tελευταία Λέξη).  Σ’αυτό το ντοκυμαντέρ βασίστηκε και η ταινία τρόμου του 2016 Johnny Frank Garrett’s Last Word, σε σκηνοθεσία του SimonRumley.

Παρά την ομολογία του Rueda για την δολοφονία της Bryson, η οποία ήταν σχεδόν πανομοιότυπη με αυτήν της Tadea Benz, και με την «βολική» εξαφάνιση του γενετικού υλικού που συλλέχτηκε από το κελί της μοναχής, η Πολιτεία του Τέξας δεν έχει, μέχρι σήμερα, αποκαταστήσει το όνομα του Johnny Frank Garrett, η καταδίκη και η εκτέλεση του οποίου, όπως όλα δείχνουν, ήταν εσφαλμένες.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου