Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Ποιος ήταν πραγματικά ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης; Ας διαβάσουμε στο έγκυρο Βήμα που τον αποκαλεί Αποστάτη...


 


 






Οι πολλές ζωές του Κώστα Μητσοτάκη

Είναι ο πιο ανθεκτικός πολιτικός της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Είναι ο άνθρωπος που εκτιμά πως είναι «μπροστά από την εποχή του», όπως υπονοεί με το νέο βιβλίο του. Πίσω από όλα αυτά, όμως, ποιος είναι πραγματικά ο Κώστας Μητσοτάκης;

«Το αίσθημα του φόβου δεν το έχω νιώσει ποτέ. Ισως σε κανέναν μεγάλο σεισμό, αλλά και εκεί κοιμόμουνα, δεν κατέβαινα κάτω. Δεν ήταν κάτι που κατόρθωσα, γεννήθηκε μοναχό του». Η πρόσφατη χειρουργική επέμβαση στο ισχίο δεν δείχνει να έχει πτοήσει ούτε το σώμα ούτε το εξόχως θαλερό πνεύμα του. Καθισμένος στο γραφείο του, στην οδό Αραβαντινού, με ένα μεγάλο φλιτζάνι ελληνικό καφέ και τη φωτογραφία της αγαπημένης του Μαρίκας δίπλα του, ο 94χρονος επίτιμος πρόεδρος της ΝΔ βοηθά το BΗmagazino να ξετυλίξει το νήμα της μυθιστορηματικής ζωής του. Κάποιες στιγμές, προτού μιλήσει, γυρίζει και κοιτάζει προς το παράθυρο, δίνοντάς σου την εντύπωση ότι το μαθηματικό μυαλό του περιδινείται σε έναν ανεμοστρόβιλο αναμνήσεων.

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες πολιτικές προσωπικότητες της νεότερης ελληνικής Ιστορίας, το εμπροσθογεμές όπλο της ελληνικής πολιτικής («Πρώτα πυροβολεί και μετά σημαδεύει» έλεγε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής), ο πρώην Πρωθυπουργός και ο πρώην Αποστάτης, ένα πολιτικό ανάστημα 1,92 μ. που έχει να επιδείξει τη μακροβιότερη βουλευτική καριέρα (1946-2004), ο άνθρωπος που ενέπνευσε πολιτικά πάθη και βίωσε βαρύτατες προσωπικές τραγωδίες, ο «παθολογικά άφοβος», αλλά και ο «εθνικός γκαντέμης» είναι πάντα παρών. Οπως και η «ατζέντα Μητσοτάκη» (αποκρατικοποιήσεις κ.ο.κ.), λένε σήμερα ακόμη και πολιτικοί του αντίπαλοι.

Ο ίδιος αισθάνεται δικαιωμένος: «Σήμερα είμαι και δεν είμαι δημοφιλής... Είναι μια περίεργος κατάστασις... Αν ρωτήσεις, θα αντιληφθείς ότι στο υποσυνείδητο του λαού σταθεροποιείται πλέον η άποψη ότι “ο Μητσοτάκης μας τα ’λεγε”, ότι “εάν τον είχαμε εγκαίρως ακούσει, η Ελλάς θα γλίτωνε από αυτή την περιπέτεια”».
Αύριο παρουσιάζεται στο Κέντρο Πολιτισμού  «Ελληνικός Κόσμος» του ΙΜΕ το πολυαναμενόμενο βιβλίο του με τίτλο «Μπροστά από την εποχή της: H κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας 1990-1993» (εκδ. Εστία), μία ακόμη δραστική, όπως φοβούνται ενδεχομένως αρκετοί, παρέμβαση του πάντα ενεργού πολιτικά επιτίμου: «Το βιβλίο δεν περιέχει τίποτε που να μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα στην ομαλή πορεία της χώρας» υπογραμμίζει. «Δεν θα βρουν πολλοί αυτό που ψάχνουν».
Το ανεμοδαρμένο σπίτι της Χαλέπας
O Κωνσταντίνος Μητσοτάκης γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1918 στη συνοικία Χαλέπα των Χανίων. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι «ανεμοδαρμένο, που πάντα έσφυζε από ζωή». «Από μικρός έμαθα να συγχρωτίζομαι με τους ανθρώπους» αφηγείται σήμερα στο BΗmagazino. «Τα πήγαινα καλά με όλους, ακόμη και με τους εγκληματίες της φυλακής είχα μια θαυμάσια συνεργασία όταν με βάζανε μέσα κατά καιρούς...». Η οικογένειά του έχει μακρά πολιτική παράδοση. Ο παππούς του (1845-1898), από τον οποίο πήρε το όνομά του, ήταν ο ιδρυτής του Κόμματος των Ξυπόλητων, το οποίο παρέλαβε εν συνεχεία ο Ελευθέριος Βενιζέλος, μετονομάζοντάς το σε Κόμμα των Φιλελευθέρων.
Οι γονείς του, Κυριάκος Μητσοτάκης και Σταυρούλα Πλουμιδάκη, παντρεύονται κατ’ οικονομίαν (με άδεια του δεσπότη) καθ’ότι τυγχάνουν δεύτερα εξαδέλφια. Ετσι, βεβαίως, εξηγείται και η διπλή συγγένειά του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Η μητέρα του είναι μια γυναίκα δυναμική, δωρική, «με αφάνταστη αυτοκυριαρχία και μια βαθιά αίσθηση του χρέους». «Από τη μάνα μου, στην οποία έμοιαζα πολύ και σωματικά, πήρα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα μου. Με δίδαξε: “Να κάνεις πάντα αυτό που πιστεύεις σωστό και να μη σε νοιάζει”. Θυμάμαι τότε που στην Κατοχή (ανάμεσα στις δύο συλλήψεις μου) έβγαινα από το σπίτι να πιω κανένα κρασάκι. Τότε οπλοφορούσα μονίμως διότι ήμουν αποφασισμένος να μην ξαναπιαστώ ζωντανός. Δεν γυρνούσα ποτέ στις 8.00 μ.μ., που ήταν η αστυνομική ώρα, αλλά τα μεσάνυχτα. Η μάνα μου στεκόταν πίσω από το παράθυρο καθώς οι αρβύλες μου ηχούσαν στο λιθόστρωτο. Δεν μου είπε ποτέ: “Γιατί, παιδί μου, αργείς;”.

Δεν ήθελε να μου κόψει το κουράγιο». Ο πατέρας του Κυριάκος, βουλευτής Χανίων, μακεδονομάχος, αρχηγός των Εθελοντικών Σωμάτων το ’12-’13, «ένας άνθρωπος σκληρός με τον εαυτό του, όπως και εγώ, νομίζω», υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο μετά την πρώτη σύλληψη του Κώστα από τους Ναζί. «Πέθανε από την αγωνία του για μένα».
Κληρονομεί τη «σωστή εθνική συνείδηση» από τον θείο του, Ελευθέριο Βενιζέλο. «Τον θυμάμαι καλά, το 1927 είχε μείνει στο σπίτι μας 11 μήνες. Μια φορά με ρώτησε: “Τι σκοπεύεις να γίνεις, παιδί μου;”. Του απάντησα ότι δεν είχα ακόμη αποφασίσει διότι συνέβαινε να είμαι αριστούχος σε όλα, παρ’ ότι μου άρεσαν τα μαθηματικά. “Ο,τι θέλεις να γίνεις, εκτός από δικηγόρος και γιατρός. Δεν γίνεσαι γεωπόνος;”.

Είχε τότε μανία με τη γη». Ο Βενιζέλος θα αναλάβει να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του, αλλά δεν θα προλάβει (πέθανε το 1936). Το 1940, χρονιά έναρξης του ελληνοϊταλικού πολέμου, συμπίπτει με το τέλος της φοίτησής του στη Νομική Σχολή.

Τον δύσκολο χειμώνα ’41-’42 βρίσκεται στην Αθήνα. Θα συμμετέχει στην Εθνική Αντίσταση στην Κρήτη, βοηθώντας μάλιστα ενεργά στη συνεργασία των αντιστασιακών οργανώσεων, με τη σύναψη της Συμφωνίας του Θερίσου (Ιούλιος 1943), η οποία συνέβαλε στην αποτροπή του εμφυλίου πολέμου στην περιοχή. Τα βρετανικά αρχεία που άνοιξαν το 2003 αποκάλυψαν ότι ήταν και πράκτορας των Βρετανών, στους οποίους μετέδιδε σημαντικές πληροφορίες, εξαργυρώνοντας την ιδιότητά του ως δικηγόρου των Ελλήνων που έστελναν οι αρχές Κατοχής στα στρατοδικεία.
Με την απελευθέρωση στρέφεται στην πολιτική. Το 1946, σε ηλικία 28 ετών, ορκίζεται (με τη στολή του ανθυπολοχαγού, διότι δεν διαθέτει πολιτικό κοστούμι) βουλευτής του νεοσύστατου κόμματος των Βενιζελικών Φιλελευθέρων που είχε συγκροτήσει ο Σοφοκλής Βενιζέλος (γιος του Ελευθέριου). Πέντε χρόνια αργότερα, αναλαμβάνει υφυπουργός Οικονομικών. Στις 6 Ιουνίου 1953 λαμβάνει χώρα ο γάμος του με τη Μαρίκα Γιαννούκου, γόνο ευκατάστατης αστικής οικογένειας της Αθήνας. Το 1961 ο Σοφοκλής Βενιζέλος συνιδρύει με τον «Γέρο» (Γεώργιο Παπανδρέου) την Ενωση Κέντρου. Την ίδια χρονιά ο Μητσοτάκης εκλέγεται (με τη μεγαλύτερη πλειοψηφία που είχε συγκεντρώσει ως τότε πολιτικός στην Κρήτη) βουλευτής της. «Οταν έρχεται αυτός ο Κρητικός, γεμίζει η Βουλή...» έλεγε ο Παπανδρέου.
Από διάδοχος... Ιούδας
«Ημουν μόλις 11 χρόνων. Θυμάμαι την ταραχή στο σπίτι, κόσμος παντού, φωνές. Οταν πήγα στο σχολείο, μπορεί να ήταν και το φροντιστήριο της γερμανικής σχολής, κάποιος με έβρισε. Ευτυχώς για μένα, ήμουν ένα κεφάλι ψηλότερη και τον έδειρα». Η Ντόρα Μπακογιάννη καταθέτει σήμερα στο ΒΗmagazino τα δικά της βιώματα από την Αποστασία του ’65: «Για πρώτη φορά έβριζαν τον πατέρα μου. Επειδή μέσα στο παιδικό μου μυαλό όλα ήταν άσπρο-μαύρο, ήμουν βέβαιη ότι ο δικός μου μπαμπάς αποκλείεται να είχε κάνει λάθος». Σαράντα οκτώ χρόνια αργότερα, η ετυμηγορία της έχει μετακινηθεί: «Η Αποστασία ήταν λάθος. Πολιτικό, όμως, όχι εθνικό. Για μια φορά στη ζωή του ο πατέρας μου θα μπορούσε να είχε κάνει την “πάπια” και να σκεφτεί τον εαυτό του».
Στις 15 Ιουλίου 1965 «η χώρα θα εισέλθει στον αστερισμό της πιο μεγάλης πολιτικής και θεσμικής κρίσης στη μετεμφυλιακή Ιστορία της». Για την κατανόησή της είναι αναγκαία μια άκρως συνοπτική καταγραφή των πιο κρίσιμων γεγονότων. Το 1961 γίνεται μια σκληρή εκλογική μάχη ανάμεσα στις τρεις μεγάλες πολιτικές δυνάμεις της εποχής: της Δεξιάς (την οποία εκφράζει η ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή), του Κέντρου (το οποίο εκφράζει η νεοαφιχθείσα Ενωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου) και η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ), στην οποία είχε ενσωματωθεί και το ΚΚΕ. Τη μάχη κερδίζει ο Καραμανλής, αλλά η Ενωση Κέντρου καταγγέλλει τη νίκη ως αποτέλεσμα εκλογών βίας και νοθείας.
Ο μόλις 43 ετών φέρελπις βουλευτής Χανίων Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ευφυής, μαχητικός, άμετρα φιλόδοξος και δεινός ρήτωρ, ο φερόμενος ως φυσικός διάδοχος του Γεωργίου Παπανδρέου στην αρχηγία του κόμματος, θα είναι από τους πρωτεργάτες του «Ανένδοτου Αγώνα» για την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας και την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Η πολιτική μάχη είναι κατ’ ουσίαν μια αναμέτρηση με το Παλάτι που εκτρέφει το «τέρας της Δεξιάς». «Υπάρχει το εξής ενδιαφέρον για τον Μητσοτάκη εκείνης της περιόδου» λέει σήμερα ο Ελληνοαμερικανός Σπύρος Δραΐνας, ιστορικός και βιογράφος του Ανδρέα Παπανδρέου (το βιβλίο του για τον αρχηγό του ΠαΣοΚ θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός). «Την περίοδο ’59-’60 ο Μητσοτάκης θεωρείται από τους Αμερικανούς αριστερίζων, αντιαμερικανός κτλ. Μάλιστα, ενθάρρυνε τον “Γέρο” στη σύγκρουση και όχι στη συνεργασία με τον Καραμανλή».
Ο «Ανένδοτος» λήγει το φθινόπωρο του ’63 με την εκλογική νίκη του Κέντρου στις πρόωρες εκλογές που διενεργεί η υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό τον Στυλιανό Μαυρομιχάλη. Η Ενωση Κέντρου δεν έχει αυτοδύναμη πλειοψηφία στη Βουλή, αλλά ο Γεώργιος Παπανδρέου θα λάβει από τον βασιλέα Παύλο την εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως (παρά τις διαμαρτυρίες της ΕΡΕ, της οποίας ο αρχηγός Κωνσταντίνος Καραμανλής αυτοεξορίζεται εις Παρισίους). Στις αρχές του 1964, ο θρίαμβος της ΕΚ (με 53%) στις κάλπες συμπίπτει με τον θάνατο του βασιλέως Παύλου (τον διαδέχεται ο υιός του, Κωνσταντίνος).
Στην αρχή, οι σχέσεις του 76χρονου πολιτικού και του  24χρονου (και μωρού κατά πολλούς) βασιλέως είναι ιδιαιτέρως καλές. Εναν χρόνο αργότερα, όμως, βρίσκονται στα Τάρταρα. Η πολιτική ζωή της χώρας δηλητηριάζεται από τις ανακρίσεις για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ (μια αριστερών αποκλίσεων οργάνωση, που αποκαλύπτει η ΕΡΕ, στην οποία φέρονται να συμμετέχουν αξιωματικοί της «δημοκρατικής παράταξης» με απώτερο στόχο την ανατροπή της βασιλευομένης δημοκρατίας). Λάδι στην ενδοκομματική φωτιά, που ήδη τότε σιγοκαίει στην Ενωση Κέντρου, έχει ρίξει η άφιξη στην πολιτική σκηνή του φερόμενου ως αρχιμαέστρου της συνωμοσίας ΑΣΠΙΔΑ και γιου του πρωθυπουργού, Ανδρέα Παπανδρέου (οποία ειρωνεία, τον είχε μετακαλέσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής για να αναλάβει επικεφαλής του νεοσύστατου Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών). Ο Μητσοτάκης, διαβλέποντας την αναρρίχηση του Ανδρέα και την ακτινοβολία του στα πλατιά λαϊκά στρώματα, αντιλαμβάνεται ότι απειλείται. Ο σπόρος της ισόβιας βεντέτας τους βρίσκεται εδώ. Ο βουλευτής Χανίων αποκαλεί τον Ανδρέα «αερόλιθο προερχόμενο εξ Αμερικής... ο οποίος, μόνος, εκινείτο, έδρα και ανέπνεε εμπνεόμενος από την προοπτικήν του θανάτου του πατρός του», ενώ η σαφώς μητσοτακικού προσανατολισμού εφημερίδα «Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα (στενότατου φίλου του Μητσοτάκη) αποδύεται σε μια «προσωπική» εκστρατεία αποκαθήλωσης του Ανδρέα «ο οποίος κινείται πράγματι αναφανδόν πλέον διά την μετατροπήν της Ενώσεως Κέντρου εις προσωπικόν του κόμμα».
Η ρήξη «Γέρου» και βασιλέως βρίσκεται προ των πυλών. «Πέτρα» του σκανδάλου θα είναι ο έμπιστος του Παλατιού, υπουργός Εθνικής Αμύνης, Πέτρος Γαρουφαλιάς. Ο Παπανδρέου απαιτεί την απομάκρυνσή του και ζητεί να αναλάβει μόνος του το υπουργείο Αμύνης. Το Παλάτι αντιδρά. Το βράδυ της 14ης Ιουλίου ο «Γέρος» θα παραμείνει ανένδοτος στις εκκλήσεις ηγετικών στελεχών του κόμματος (ανάμεσά τους και ο Μητσοτάκης) να μη φτάσει στα άκρα. Την επομένη ο Παπανδρέου παραιτείται και ο Κωνσταντίνος ορκίζει στα Ανάκτορα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον τότε πρόεδρο της Βουλής και ποιητή Γεώργιο Αθανάσιο-Νόβα (γνωστό και ως «Γαργάλατα», χάρη στις παρακινδυνευμένες ρίμες του). Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διστάζει (η Μαρίκα τον «λούζει» με φωνές ενώ εκείνος ξυρίζεται), αλλά καταλαμβάνει το πόστο του υπουργού Συντονισμού στην πρώτη κυβέρνηση των Αποστατών. «Το ότι ο Μητσοτάκης είναι άτρομος τον οδήγησε στο μεγαλύτερο λάθος της ζωής του» λέει σήμερα ο δημοσιογράφος Ριχάρδος Σωμερίτης, ανταποκριτής τότε της «Ελευθερίας» στο Παρίσι. Οι Αποστάτες θα επικαλεστούν τον «κίνδυνο της δικτατορίας». Ο ίδιος ο Μητσοτάκης λέει στην «απολογία» του: «Δεν είμεθα προδόται. Είμεθα τοποτηρηταί της Ενώσεως Κέντρου...».
Σε μια πολυτάραχη συνεδρίαση την 4η Αυγούστου 1965, το ελληνικό Κοινοβούλιο βοά από τις ύβρεις κατά του κατευθυντήριου νου της Αποστασίας, όπως θα εντυπωθεί ισοβίως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στο λαϊκό υποσυνείδητο: «Προδότη», «Ιούδα», «Είσαι η ντροπή της Κρήτης», «Σκεύος των αποχωρητηρίων των Ανακτόρων». Οταν ο «αυλόδουλος» υπουργός μεταβαίνει στα Χανιά, οι «δημοκρατικοί πολίτες» τον υποδέχονται με ντομάτες, λεμόνια, αβγά και «Αίσχος!». Μεταξύ των συλληφθέντων για τα έκτροπα, μια γυναίκα που ανεμίζει μια φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου. «Διερωτάται κανείς», λέει ο κ. Δραΐνας, «πώς ένας τόσο οξυδερκής πολιτικά άνδρας, όπως ο Μητσοτάκης, δεν έλαβε υπ’ όψιν την αποδοκιμασία του κόσμου. Δεν το περίμενε; Είναι παράδοξο, φαίνεται πως αυτός ο παράγοντας, το λαϊκό αίσθημα, που ήταν πολύ μεγάλος για τον Αντρέα, δεν μέτραγε για αυτόν». Στην ερώτηση «αν θα το ξαναέκανε», ο 94χρονος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης απαντά σήμερα: «Αμφιβάλλω αν θα το έκανα έτσι. Θα το έκανα αλλιώς. Χωρίς κανένα κόστος. Ημουνα κύριος του πεδίου. Θα έπρεπε να έχω γίνει πρωθυπουργός τη δεκαετία του ’60. Ηταν η ώρα μου. Ημουν νέος ακόμη πολύ, ήμουν ώριμος για αυτή τη δουλειά. Και όχι μόνο δεν έγινα, αλλά έπεσα στα άπατα. Μπήκα στη μάχη με αφροσύνη, πήγα να βοηθήσω να γλιτώσει ο τόπος και φορτώθηκα όλη αυτή την περιπέτεια της χώρας».
Η Αποστασία παραμένει, λένε οι πολιτικοί αναλυτές, μία από τις πιο ανθεκτικές παραισθήσεις της ελληνικής πολιτικής μυθολογίας. Και, παρ’ όλες τις εναγώνιες προσπάθειες του πρωταγωνιστή της (το 2008 το Ιδρυμα Μητσοτάκη φιλοξένησε συνέδριο για την Αποστασία), δύσκολα σβήνεται. Ο ίδιος, μάλιστα, κατηγορείται μέχρι σήμερα ότι, παρ’ όλο που διακρίνεται για το πολιτικό θάρρος του, ουδέποτε μίλησε «ντόμπρα και σταράτα» για την «πολιτική ανωμαλία» που έστρωσε το πορφυρό χαλί στη χούντα των συνταγματαρχών. Αντιθέτως, λένε, απεργάζεται την αναδρομική σκηνοθεσία της.
Οπως σημειώνει ο κ. Δραΐνας: «Η Αποστασία είναι σχεδόν “θρησκευτική” έννοια. Είναι εντυπωσιακό πώς πέρασε στη συνείδηση του λαού. Κάτι σαν τον αντιαμερικανισμό του ΠαΣοΚ. Αν διαβάσεις τα λόγια του Αντρέα, είναι πολύ λιγότερo αντιαμερικανικά από τα συναισθήματα που είχε ο κόσμος. Ο απλός άνθρωπος δεν προβαίνει σε περίτεχνες επιστημονικές αναλύσεις».
Τη δεκαετία του ’80 το ΠαΣοΚ θα αποδυθεί μετά ζήλου στην επικοινωνιακή αναβίωση της Αποστασίας του ’65 (οι ψιθυριστές μιλούν για δάκτυλο Λαλιώτη). Λίαν ενδεικτικό το σύνθημα «Απόψε πεθαίνει ο αποστάτης!» που κατακλύζει, μαζί με την καταρρακτώδη βροχή, το Ολυμπιακό Στάδιο στις 10 Μαΐου 1985, λίγο πριν από τις εκλογές της 2ας Ιουνίου. Οι προσωπικές επιθέσεις του Ανδρέα θα είναι ιδιαζόντως δριμείες. Ακόμη και ηγετικά στελέχη του ΠαΣοΚ σοκάρονται με εκείνο το «Εφιάλτης» που εκστομίζει στη «Ρέμβη» της Θεσσαλονίκης το 1984, αλλά και το «απόβλητος του πολιτικού βίου της χώρας» (πάλι στο Ολυμπιακό). Η προσωπική αντιπαλότητα με τον Ανδρέα (που υποδαυλίζεται και από τα διάφορα φτηνά τεχνάσματα του «αυριανισμού» όπως εκείνη η φωτογραφία του Μητσοτάκη με τους γερμανούς στρατιώτες στην Κατοχή) μοιάζει να παρατείνεται εις το διηνεκές μέσα στο μεταπολιτευτικό φαντασιακό.
Σήμερα ο ίδιος λέει στο BΗmagazino για τον κορυφαίο πολιτικό αντίπαλό του: «Ο Ανδρέας είχε απέναντί μου δέος και σεβασμό. Ο Ανδρέας ξεκίνησε οπαδός μου! Μάλιστα, εγώ και ο Κόκκας λέγαμε στον πατέρα του: “Βάλ’ τον στην πολιτική, κάν’ τον βουλευτή, υπουργό, γιατί είναι πολιτειακή ανωμαλία να έχεις έναν σύνδεσμο, ο οποίος είναι ελληνικής καταγωγής αμερικανός υπήκοος...». Ποιο ήταν το μεγαλύτερο πολιτικό προτέρημα του Ανδρέα Παπανδρέου; «Προτέρημα δεν είχε κανένα ο Ανδρέας, γιατί αυτό που έκανε για την Ελλάδα ήταν η καταστροφή της. Ηταν ένας άνθρωπος με πολλά χαρίσματα, ήταν ένας άνθρωπος έξυπνος, γρήγορος, αποφασιστικός, αλλά και τελείως αμοράλ και άξιος για οτιδήποτε, ο οποίος έβαλε συγκεκριμένους στόχους και τους πέτυχε. Αναμφίβολα όσο ζούσε έδινε στην παράταξη που εκπροσωπούσε ένα επίπεδο».
Το πιλάφι και ο αγώνας του εμιγκρέ
Την 21η Απριλίου 1967 ο Μητσοτάκης συλλαμβάνεται με το σακάκι της πιζάμας του και μεταφέρεται στο Πικέρμι. Λίγο αργότερα αφικνείται ο Γεώργιος Παπανδρέου. «Καλώς ήρθατε, κύριε πρόεδρε, όπως βλέπετε, εμείς οι προδόται προηγήθημεν» του απευθύνει πρώτος τον λόγο ο «Αποστάτης». Επειτα από 15νθήμερη κράτηση τίθεται υπό κατ’ οίκον περιορισμό. Η νουάρ διαφυγή του το βράδυ της 15ης Αυγούστου 1968 θα γίνει από τη Ραφήνα με το βενζινοκίνητο κρις-κράφτ «Σωτηρία» (σημειωτέον ότι αρχικά το είχε αγοράσει ένας φίλος... του Ανδρέα Παπανδρέου για εκείνον, αλλά τελικώς ο Ανδρέας ταξίδεψε με κανονικό διαβατήριο). Με αυτό ο Μητσοτάκης διασχίζει το Αιγαίο, φτάνει στο Τσεσμέ και, μέσω Κωνσταντινούπολης και Γενεύης, στο Παρίσι.
To μικρό διαμέρισμα της οδού Μιραμπό πλάι στον Σηκουάνα (αργότερα ενώνεται με το διπλανό τριάρι για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της διαρκώς διογκούμενης φαμίλιας Μητσοτάκη) γίνεται γρήγορα προσφιλές στέκι των «εμιγκρέδων» (όπως βαφτίζονται οι έλληνες αυτοεξόριστοι κατά τη διάρκεια της χούντας). Οι ανορθωτικές του ηθικού συνεστιάσεις (η Μαρίκα υπερβαίνει εαυτόν, σπεσιαλιτέ της το πιλάφι με μανιτάρια) μαζεύουν ένα ετερόκλητο, σχεδόν αλλοπρόσαλλο, πλήθος εκπατρισμένων. «Μπορούσε να συνδιαλεχθεί με τους πάντες» λέει σήμερα ο δημοσιογράφος Ριχάρδος Σωμερίτης, εκδότης τότε του γαλλόφωνου αντιδικτατορικού δελτίου «Athènes-Presse Libre». «Πήγαινες στο σπίτι του περίφημου Μητσοτάκη της Αποστασίας, με τις διασυνδέσεις με τη Δεξιά και τα λοιπά και έπεφτες πάνω στον Δημήτρη Βλαντά (σ.σ.: από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του ΚΚΕ) και στον Νίκο Κιτσίκη (σ.σ.: από την άκρα Αριστερά της ΕΔΑ)!». Παρά την οξεία ιδεολογική αντιπαλότητα, ο Μητσοτάκης τα ’χει πάντα καλά με την Αριστερά.
Ο «Ψηλός» δεν ενδίδει στη «νόσο της εμιγκράτσιας» που κατατρύχει τους αυτοεξόριστους της χούντας, διότι δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο. Οπως καταθέτει μεταγενέστερα ο Μίκης Θεοδωράκης (συχνά στο πιάνο του διαμερίσματος της οδού Μιραμπό), «ήταν ο πιο καλά πληροφορημένος άνθρωπος του Παρισιού». «Είχε πράγματι καταπληκτική πληροφόρηση από την Ελλάδα και το εξωτερικό, από ένα εκτεταμένο δίκτυο αξιόλογων και ενήμερων για τα πάντα πολιτικών όπως ο Αλλαμανής, ο Στεφανόπουλος...» θυμάται ο κ. Σωμερίτης. «Ο Μητσοτάκης δεν ήρθε στο Παρίσι για να διασκεδάσει. Είχε έρθει για να παίξει πολιτικό ρόλο αντιχουντικό, ο οποίος βέβαια, για να είμαστε, terre à terre (σ.σ.: προσγειωμένοι στην πραγματικότητα) που λένε και οι Γάλλοι, θα προωθούσε και τον ίδιο. Η προσφορά του ήταν ότι δούλεψε απαρχής για την ενότητα των αντιδικτατορικών δυνάμεων».
Θα είναι ανάμεσα σε εκείνους που θα φροντίσουν να ακουστεί στις αίθουσες του Στρασβούργου (και ενώ το ελληνικό ζήτημα συζητείται στη συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης), η απλή και τρομακτική αλήθεια: «Οτι είχαν καταλυθεί οι ελευθερίες του ελληνικού λαού από μία δράκα επίορκων αξιωματικών». Οπως γράφει ο Τάκης Λαμπρίας (στο βιβλίο του «Καραμανλής, ο φίλος», εκδ. Ποταμός): «... ο Μητσοτάκης κατόρθωσε το ακατόρθωτο: Να κατατεθούν συγκλονιστικές αλήθειες των βασανισμένων... και να προσέλθουν στο Στρασβούργο ομονοούντες – του Ανδρέα Παπανδρέου συμπεριλαμβανομένου – όλοι σχεδόν οι κάπως επώνυμοι Ελληνες που κατέφυγαν στο εξωτερικό ως κατήγοροι της χούντας».
Με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή έχουν πλέον σχέσεις «πολιτικής φιλίας». Στην Αμαλία Καραμανλή βρίσκεται επίσκεψη το ζεύγος Μητσοτάκη όταν το σπίτι της Μιραμπό πιάνει φωτιά και η 17χρονη Ντόρα διασχίζει τον φλεγόμενο διάδρομο για να σώσει τον μόλις τριών ετών Κυριάκο, αλλά και τα πλαστά διαβατήρια της οικογένειας. Οποία πολιτική ειρωνεία, ο Μητσοτάκης θα είναι από τους πρωτεργάτες της «λύσης Καραμανλή» (στην οποία, βεβαίως, αντιτίθετο, μετά βδελυγμίας, ο Ανδρέας Παπανδρέου), της πλέον βιώσιμης μεταδικτατορικής λύσης που προϋπέθετε μια τυπική ή άτυπη συμφωνία των αντιδικτατορικών δυνάμεων. Ο συντονισμός θα γίνει πάλι στην οδό Μιραμπό.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα (το 1973, με την άρση του στρατιωτικού νόμου) ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης συλλαμβάνεται εκ νέου από το καθεστώς Ιωαννίδη (για απείθεια σε διαταγή στρατιωτικής αρχής) και φυλακίζεται (ως την πτώση της χούντας). Τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου 1974 η «λύση Καραμανλή» παίρνει αισίως σάρκα και οστά χάρη στο μικρό αεριωθούμενο  του γάλλου προέδρου Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν. Ο μόνος ίσως που δεν επιχαίρει και τόσο με τα «Ε-ε-έρχεται» που κατακλύζουν το Ελληνικό είναι ο Μητσοτάκης. Κάποιοι τον θυμούνται να «οργώνει» φουρκισμένος τη «Μεγάλη Βρεταννία», αναμένοντας επί ματαίω την υπουργοποίησή του.
Παίρνοντας τη ρεβάνς, ο θριαμβευτής Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν θα τον περιλάβει στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Οπως γράφει ο Τάκης Λαμπρίας: «Θυμάμαι τη βαριά κουβέντα του Μητσοτάκη στο γραφείο μου: “Αυτό ισοδυναμεί με την πολιτική δολοφονία μου”». «Στο βάθος, ο Καραμανλής δεν μου συγχώρεσε ποτέ τον Ανένδοτο Αγώνα...» δηλώνει σήμερα ο επίτιμος στο BΗmagazino. «Ηταν “καμήλα” ο Καραμανλής, κρατούσε κακία. Εγώ δεν κράτησα ποτέ κακίες σε κανέναν στη ζωή μου». Δεν είναι, βέβαια, λίγοι εκείνοι που θα κατηγορήσουν τον Μητσοτάκη για μεφιστοφελική εκδικητικότητα (για παράδειγμα, κυκλοφορούσε ευρέως η κάπως «απλοϊκή» θεωρία ότι η παραπομπή του Δημήτρη Τσοβόλα στο Ειδικό Δικαστήριο έγινε ως αντίποινα για την... απερισκεψία του τότε υπουργού Οικονομικών του ΠαΣοΚ να φέρει στο φως το «πόθεν έσχες» του Μητσοτάκη για το διαμέρισμα στο Παρίσι).
Τα φίλια πυρά και οι φίλοι
Η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή θριαμβεύει στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές. Ο πολιτικά απομονωμένος Μητσοτάκης προσπαθεί ανεπιτυχώς να ορθοποδήσει ιδρύοντας το Κόμμα των Νεοφιλελευθέρων (το 1977 μπαίνει στη Βουλή με δύο βουλευτές). «Είχα μείνει μόνος», σημειώνει σήμερα, «αλλά επιβίωσα πολιτικά μόνο γιατί οι φίλοι μου, οι οπαδοί μου με στήριξαν αυτή τη δύσκολη ώρα. Και δεν υπάρχει comeback ανάλογο με το δικό μου». Την άνοιξη του 1978, εν όψει των προεδρικών εκλογών του 1980, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κηρύττει αισίως την περίφημη «διεύρυνση» προς το Κέντρο και οι πύλες της ΝΔ ανοίγουν κάπως ανόρεχτα για να περάσει ο «Ψηλός». Είναι η τρανή επιβεβαίωση όσων διασαλπίζουν ότι «αποστάτες» του Κέντρου είναι οι αιμοδότες της Δεξιάς. Σούσουρο στη Ρηγίλλης, ιδιαίτερα μεταξύ των ακραιφνών καραμανλικών για τον «ξενόφερτο» που καπαρώνει μάλιστα το υπουργείο Συντονισμού, το οποίο αποσπάται βάναυσα από τον Γεώργιο Ράλλη (η Ιστορία λέει μια Μεγάλη Πέμπτη μεσημέρι σε ένα γήπεδο του γκολφ στη Ρόδο). Η ανέλιξή του μέσα στη ΝΔ θα είναι, προς απογοήτευση πολλών, ταχύτατη.
Τον Οκτώβριο του 1981 η Νέα Δημοκρατία υφίσταται το σοκ της συντριβής από το ΠαΣοΚ. Δύο μήνες αργότερα ο δεξιός Ευάγγελος Αβέρωφ εκλέγεται επιτέλους πρόεδρος του κόμματος (μετά το φιάσκο του 1980, όταν ο κεντροδεξιός Γεώργιος Ράλλης τον κέρδισε με μία ψήφο διαφορά!). Οταν το καλοκαίρι του 1984 ο προκεχωρημένης ηλικίας και εύθραυστης υγείας Αβέρωφ επιστρέφει από διακοπές στην Κέρκυρα επί της υποδοχής στο αεροδρόμιο θα είναι, χαριέστατος, ο «Ψηλός». Σε λίγο θα πάρει το δαχτυλίδι της διαδοχής. Κατά πολλούς, ο Αβέρωφ γνωρίζει ότι η επιλογή αυτή θα κάνει Τούρκο τον Καραμανλή. Είναι η δική του ρεβάνς για την αχαριστία που πιστεύει ότι του επέδειξε ο «εθνάρχης» ευνοώντας τον Ράλλη.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1984, στη μυστική ψηφοφορία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ο Μητσοτάκης συντρίβει τον Κωστή Στεφανόπουλο (με 70 ψήφους έναντι 41). Από τα πλέον πολιτικά ανορθόδοξα της νεότερης ελληνικής Ιστορίας, ότι το πάλαι ποτέ πρωτοπαλίκαρο του Γεωργίου Παπανδρέου, «ο δεξιοφάγος», ο ενορχηστρωτής του Ανένδοτου που ανέτρεψε την ΕΡΕ, στέφεται μετά φανών και λαμπάδων αρχηγός της ΝΔ. «Ανθρωποι οι οποίοι είχαν αποδοκιμαστεί όπως ο Μητσοτάκης, θα εξαφανίζονταν από προσώπου Γης, θα κατέφευγαν σε μοναστήρι» λέει σήμερα πρώην υπουργός του ΠαΣοΚ. «Αυτός, μολονότι λοιδορούμενος από τους πάντες, όχι απλά εξακολούθησε να υπάρχει, αλλά έγινε αρχηγός της αντίπαλης παράταξης. Αυτό καταδεικνύει αδιαμφισβήτητα πολιτικά προσόντα και πρωτίστως αντοχή. Οχι, βέβαια, ότι αυτοί που τον εξέλεξαν τον εκτιμούσαν. Απλά τον θεωρούσαν τον πιο ενδεδειγμένο να χτυπήσει αποτελεσματικά τον Ανδρέα». Διότι, όπως έλεγαν, ήταν «εξίσου αδίστακτος με εκείνον».
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν σπεύδει να ανοίξει μπουκάλι αφρώδους οίνου με την εκλογή Μητσοτάκη. Θα εκφράσει, μάλιστα, τις ανησυχίες του για την ενότητα του κόμματος, ανησυχίες που έχουν βάση, καθώς σε λίγο ο Στεφανόπουλος «φεύγει από το μαντρί» και δημιουργεί τη ΔΗΑΝΑ (για να τον φάνε συντόμως, κατά τη γνωστή αβερωφική ρήση, οι λύκοι). Εδώ και καιρό, άλλωστε, το κόμμα έχει παραδοθεί στις δύο πτέρυγες που δεν θα πάψουν (μέχρι και σήμερα) να αλληλοτρώγουν τις σάρκες τους: τους καραμανλικούς και τους μητσοτακικούς. Επικεφαλής τότε των πρώτων ο πληθωρικός Μιλτιάδης Εβερτ (διάδοχος του Μητσοτάκη στην αρχηγία του κόμματος), ο οποίος επιμένει να ξύνει ανεπούλωτες πηγές, γενόμενος ενίοτε πιο ανελέητος και από το πιο «βαθύ» ΠαΣοΚ. Οπως θα πει στο «Βήμα» το 1999: «Ο καθένας μας έχει την ιστορία του. Και η προσωπική ιστορία δεν γράφεται με προσωπικές συνεντεύξεις που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, καθώς και εκείνα τα ιστορικά γεγονότα που δεν τιμούν την πολιτική. Οταν κάποιος προσπαθεί να γράψει ο ίδιος την προσωπική του ιστορία, αυτό φανερώνει άγχος».
Ο νέος αρχηγός μαθαίνει να πορεύεται αποκρούοντας αδιαλείπτως τα φίλια πυρά. Κάποιοι, βέβαια, διατείνονται ότι έχει έναν μοναδικό τρόπο να αναρριπίζει τα εσωκομματικά πάθη. Οπως τότε που έκανε έξω φρενών τον Αφέρωφ, αφήνοντάς τον να περιμένει μία ολόκληρη ώρα στον προθάλαμο του γραφείο του. Ή, πολύ αργότερα, όταν σχολίασε με διχαλωτή πολιτική γλώσσα τις επιτυχίες του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλου: «Η επιτυχία είναι σχετική. Στην Ελλάδα είσαι επιτυχημένος όταν δεν κάνεις τίποτε».
Στην πρωθυπουργική του θητεία (την ταραχώδη τριετία 1990-1993) τα πυρά εκ των ένδον θα επιταχύνουν τη σχεδόν προδιαγεγραμμένη πτώση. Ο ίδιος δηλώνει απαυδισμένος ότι δεν μπορεί να δίνει τη μάχη με στιλέτα στην πλάτη του. «Το βασικό πρόβλημα του Μητσοτάκη ήταν ότι πάντα έπαιζε σε ξένο γήπεδο» λέει ο δημοσιογράφος Γεώργιος Κύρτσος, μυστικοσύμβουλός του επί 18 μήνες στο υπόγειο του Μαξίμου. «Στη ΝΔ οι μισοί τον αγαπούσαν και οι άλλοι μισοί, ίσως και περισσότεροι, τον μισούσαν. Θυμάμαι, δηλαδή, ότι από ένα σημείο και μετά κατανάλωνε το μεγαλύτερο μέρος του παραγωγικού του χρόνου για να απαντήσει στην πρόκληση της τότε τριάδας (Κανελλόπουλος, Δήμας και Εβερτ) και παράλληλα να αντιμετωπίσει τον εξαιρετικά δυναμικό καβαλάρη Αντώνη Σαμαρά. Ακόμη και όταν πήγα μαζί του στο Νταβός, το 1992, διαπίστωσα με δέος ότι ενώ κρινόταν ο πλανήτης (πτώση του κομμουνισμού κ.ο.κ.), η κυβερνητική αντιπροσωπεία συζητούσε περισσότερο την κόντρα Μητσοτάκη - Σαμαρά!».
Το Σκοπιανό θα είναι το κερασάκι σε μια ήδη ταγγισμένη εσωκομματική τούρτα. «Αυτό που δεν ξέρει ο κόσμος είναι ότι είχε μια σχεδόν παθολογική συμπάθεια για τον Αντώνη Σαμαρά» σημειώνει ο κ. Κύρτσος. «Τον θεωρούσε για ένα μεγάλο διάστημα τον πιθανότερο διάδοχό του. Μόνο με ψυχολογικούς όρους μπορούσα να το εξηγήσω και όχι με πολιτικούς (άλλωστε, δεν “συναντιόντουσαν”, ο ένας ήταν κεντρώος και ο άλλος λαϊκή, συντηρητική Δεξιά). Ισως γι’ αυτό η κόντρα τους είχε και στοιχεία προδομένης αγάπης». Πολλοί θα πουν χαιρέκακα ότι ο Αποστάτης βίωσε αισίως στο πετσί του την Αποστασία.
Οι εσωκομματικοί αντίπαλοι θα τον επικρίνουν συχνά και για παλαιοκομματικές πρακτικές (οι κουμπαριές ανά την επικράτεια, τα «ρουσφέτια», η προώθηση μελών της οικογενείας του σε καίριες θέσεις «παρά τω πρωθυπουργώ», οι ντενεκέδες με κρητικό λάδι που αποστέλλονται στον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο κ.ο.κ.). Στο βιβλίο του «Εις ώτα μη ακουόντων» (εκδ. Ελληνοεκδοτική) ο Γεώργιος Ράλλης είναι σαφής: «...να του πω όσα δημοσίως δεν έθιξα στην ομιλία μου: ότι δηλαδή θα έπρεπε να συστήσει στο οικογενειακό του περιβάλλον και στους υπαλλήλους της Ρηγίλλης να μην ανακατεύονται παντού και ο ίδιος να μη θεωρεί τον εαυτό του “ελέω Θεού μονάρχη”, γιατί αν συνέχιζε αυτή την τακτική, άσχημο τέλος θα είχε και αυτός και το κόμμα της ΝΔ».
«Το αδύναμο σημείο του Μητσοτάκη ήταν οι “φίλοι” του» λέει σήμερα στο ΒΗmagazino ο κ. Στέφανος Μάνος (που διετέλεσε, μεταξύ άλλων, υπουργός Οικονομικών το 1992-1993). «Για τους “φίλους” του θα έκανε τα πάντα. Δεν πρόκειται για “ρουσφέτια” με την κλασική έννοια του όρου, είναι “οι δικοί μου άνθρωποι που πρέπει να στηρίξω”. Δεν κρατά την απόσταση και το συναίσθημα σκοτίζει συχνά την αξιολογική του κρίση, οδηγώντας τον σε λάθος επιλογές. “Φίλος” ναι, αλλά εδώ πρέπει να δούμε ποιον θα βάλουμε γενικό γραμματέα!».
Ενδιαφέρον, πάντως, παρουσιάζει ότι αυτός ακριβώς ο παλαιοκομματισμός του είναι που θρυμματίζει τον μύθο του «ψυχρού υπολογιστή» που τον καταδιώκει και τον καθιστά ανέλπιστα «ανθρώπινο». Είναι εκείνος που (ακόμη και ως πρωθυπουργός) σηκώνει το τηλέφωνο για να βοηθήσει να πάρει μετάθεση ο τάδε αστυνομικός από την Αθήνα στη Λαμία, να πληροφορηθεί αν έχει την πρέπουσα νοσοκομειακή περίθαλψη ο καπετάν τάδε, αριστερός, από τον Εμφύλιο. Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι αυτή η μεγαλοθυμία προς τους «φίλους» του αγγίζει ενίοτε τα όρια της αφέλειας.
Ο σάρκινος Μητσοτάκης
«O Κώστας Μητσοτάκης είναι ένας άνθρωπος απόλυτα αυτοελεγχόμενος και πειθαρχημένος» λέει ο στενός του συνεργάτης, βουλευτής Χανίων κ. Στέλιος Νικηφοράκης. «Αν πει ότι θα μείνει άγρυπνος 48 ώρες, θα μείνει άγρυπνος 48 ώρες». Δεν έχει εξάρσεις, είναι διαβολικά ψύχραιμος (το βράδυ της Αποστασίας, ενώ όλοι έβγαζαν αλαλαγμούς, ο Μητσοτάκης πήγε να κοιμηθεί), είναι ο άνθρωπος που απολαμβάνει εξίσου ένα τρικούβερτο κρητικό γλέντι και μια ωμή, κομμένη αγκινάρα με αλάτι και λεμόνι για πρωινό, απαιτητικός με τον εαυτό του, αλλά καθόλου επικριτικός απέναντι στους άλλους (λένε οι οικείοι του), λάτρης του ωραίου φύλου και κοινωνικά άψογος. Μοναδικές ίσως «καταχρήσεις» του σήμερα, λέει ο κ. Νικηφοράκης, δύο-τρία τσιγάρα την ημέρα (παλιά «καθάριζε» τρία πακέτα), καμιά τσικουδιά μετά το δίωρο κολύμπι στο Μαράθι και η παραδοσιακή ποκίτσα την Πρωτοχρονιά. Επικοινωνεί τακτικά με όλα τα μέλη της οικογένειας («Σε όλα τα κομβικά σημεία της ζωής μας υπάρχει μια φωτογραφία με έναν Ψηλό» λένε τα εγγόνια του), έχει ένα ραφινάτο αγγλοσαξονικού τύπου χιούμορ και ακόμη και στα καθημερινά θέματα ξεχωρίζει το μείζον από το έλασσον.
Οσον αφορά τη δημοφιλία του, ο Μητσοτάκης πρεσβεύει πάντα ότι «σε αυτόν τον τόπο όσο πιο ανώδυνος είσαι, τόσο πιο δημοφιλής είσαι». Οι πολιτικοί του αντίπαλοι δεν θα δυσκολευτούν να φιλοτεχνήσουν με απαράμιλλη μαεστρία το προφίλ του «Δράκουλα της πολιτικής». «Αυτή η εικόνα του “γκαντέμη”, του Βελζεβούλ κ.ο.κ., όπως επίσης και απανωτές επιθέσεις σε ζητήματα ηθικής, ήταν ένα πολύ έξυπνο τέχνασμα της μεγάλης πόλωσης της δεκαετίας του ’90» λέει ο εγγονός του Κώστας Μπακογιάννης. Οχι, βέβαια, ότι δεν έχει συνεισφέρει και ίδιος τα μάλα σε αυτό (πρωτίστως με τον κυνισμό του και τις δυσοίωνες προβλέψεις του για την οικονομική πορεία της χώρας, όπως εκείνο το προφητικό «Δεν είναι μακριά η στιγμή που η Ελλάδα θα καταφύγει ικέτις στο ΔΝΤ» στη Βουλή, το 1994).
«Δεν τον νοιάζει να είναι αρεστός, δεν το έχει συναισθηματικά ανάγκη» σημειώνει ο κ. Μπακογιάννης. «Θυμάμαι ήταν Χριστούγεννα του 2006-07. Βγαίνει αυτός ο ψηλός τύπος στην τηλεόραση και λέει: “Να σας ευχηθώ χρόνια πολλά και να σας πω ότι η οικονομία θα καταστραφεί!”. Του λέγαμε “Βρε παππού, χρειαζόταν τώρα αυτό χριστουγεννιάτικα;”. “Μα εγώ αυτό βλέπω, τα νούμερα δεν βγαίνουν”. Και αυτό ήταν ενδεχομένως πολιτικά μια αδυναμία του, θεωρούσε το θέμα της εικόνας “έλασσον” και δεν ασχολήθηκε». Στην ερώτηση του BΗmagazino ποια θεωρεί τη μεγαλύτερη παρεξήγηση γύρω από το πρόσωπό του, ο επίτιμος απαντά: «Οτι είμαι ψυχρός, κυνικός, ένα φίδι... Και όμως, ήμουν πολύ τρυφερός, πολύ ευαίσθητος και πολύ ρομαντικός ως παιδί. Σε όλη μου τη ζωή, σε όλες μου τις σχέσεις, ήλεγχα τον εαυτό μου πλήρως και κανείς δεν το καταλάβαινε... Κανείς, βέβαια, δεν αρνείται ότι έχω δυνατή προσωπικότητα. Είμαι ο άνθρωπος των αποφάσεων. Εκεί που οι άλλοι θα κώλωναν, εγώ δεν κωλώνω».
Το 1988 ο ίματζ μέικερ Ζαν Κοέν επωμίζεται το πολιτικό «αμπαλάρισμα» του «Ψηλού». Θα εστιάσει στο προφίλ του εθνικού πάτερ φαμίλια που δεν λείπει ποτέ από το μεσημεριανό τραπέζι, το αντίδοτο της ΝΔ στον «έκλυτο» βίο του «λαοπλάνου» Ανδρέα Παπανδρέου. Αν και ο ίδιος ο Μητσοτάκης είχε ζητήσει από το κομματικό επιτελείο να μην αγγίζουν το ζήτημα «Δήμητρα», στη Βουλή θα προκαλέσει τον Ανδρέα «να βάλουν κάτω την οικογενειακή και την προσωπική τους ζωή». Θα γίνουν διάφορα επικοινωνιακά φάουλ, όπως ο Μητσοτάκης με φουλάρι και μπουφάν δίπλα στην αγροτιά και το δωδεκάλεπτο φιλμ (που πανικοβάλλει τον κομματικό μηχανισμό) όπου ο αρχηγός εμφανίζεται να παίζει πλακωτό, να πίνει τσικουδιά και να τραγουδά το υπόπτων φρονημάτων τραγούδι «Πότε θα κάνει ξαστεριά».
Ο τυφώνας Μαρίκα
Οι οικείοι του διατείνονται ότι η απώλεια της Μαρίκας στις 6 Μαΐου 2012 είναι το μόνο που θα καταβάλει ψυχικά τον Μητσοτάκη. «Σαν να χάθηκε η ισορροπία από τη ζωή του» λέει η Ντόρα Μπακογιάννη. «Η μάνα μου ήταν ο δικός του βράχος. Αποκαλούσε τον εαυτό της με τον πατέρα μου “αβγοτάραχο”». «Τη συνοχή της οικογένειας την είχε πάντα ο “Κοπέρνικος”, όπως την αποκαλούσε» λέει ο Κώστας Μπακογιάννης. «Ηταν σαφές, όμως, ότι όλα γίνονταν για τον παππού. Και όπως λέει σοφά η αδελφή μου Αλεξία, η γιαγιά ήταν ο “δραγουμάνος των συναισθημάτων του παππού”, δηλαδή “ο παππούς πολύ στενοχωρήθηκε με αυτό ή δεν κοιμήθηκε χθες το βράδυ με το άλλο”. Εμάς, βεβαίως, ποτέ δεν μας έδειχνε κάτι, γιατί ο Μητσοτάκης είναι ο... Μητσοτάκης. Ανήκει στη γενιά του πολέμου και δεν πρόκειται ποτέ να επιτρέψει στον εαυτό του να δείξει αδυναμία. Ακόμη και όταν έχασα τον πατέρα μου, δεν είπε τίποτα. Δεν υπήρχαν αυτά τα μοντέρνα: “Παιδί μου, τώρα που έγινε αυτό το τρομερό πράγμα, εγώ είμαι εδώ για σένα” κ.ο.κ. Κινήθηκε με αυτόματο τρόπο. Ο παππούς μας είναι για μένα και την αδελφή μου το λιμάνι μας, η ασφάλειά μας».
Η Μαρίκα ήταν δυναμική και larger than life (παρά τη χρόνια ταλαιπωρία της από την πολιομυελίτιδα), ενώ το εκρηξιγενές του χαρακτήρα της θα είναι γνωστό τοις πάσι. Αρκετοί θα είναι οι μάρτυρες σκηνών ιταλικού νεορεαλισμού στο μητσοτακέικο, με τη Μαρίκα να ωρύεται και τον Κώστα παντελώς ατάραχο (γεγονός που την εκνεύριζε ακόμη περισσότερο) να την κατευνάζει. Ακόμη και κατά τη διάρκεια επίσημου γεύματος δεν το είχε σε τίποτα να τον αποκαλέσει «αχαΐρευτο». Το ίδιο διάσημα η μαγειρική της δεινότητα και τα βαρύνουσας σημασίας πολιτικά της γεύματα (όπως τα διαβόητα ντολμαδάκια της οικουμενικής). Η Μαρίκα επεμβαίνει (μερικές φορές υπέρ το δέον) και στα πολιτικά πράγματα, άλλοτε με άποψη, άλλοτε με μαγκούρα (ο Σταύρος Δήμας έχει ιδία πείρα).
Εχθροί και φίλοι μιλούν μέχρι σήμερα για το «συγκινητικό» δέσιμο του ζεύγους Μητσοτάκη. Από εκείνο το πρώτο τολμηρό φλερτ στον χορό, που είχε διοργανώσει το 1952 ο Ερυθρός Σταυρός προς τιμήν της τότε «σταρ Ελλάς» Νταίζης Μαυράκη, μέχρι το τέλος.
Το αινιγματικό «πόθεν έσχες»
«Είπεν ο κ. Πιστολάκης ότι ενώ εγώ εισήλθον εις την πολιτικήν πτωχός συγκέντρωσα και έχω τεράστιαν περιουσίαν. Τούτο, κ. βουλευταί, με θίγει ως δημόσιον άνδρα και με αναγκάζει να καταφύγω στα δικαστήρια» (από την εφημερίδα «Ελευθερία», 14 Φεβρουαρίου 1957). Από τα πρώτα χρόνια της κοινοβουλευτικής ζωής του ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης θα κατηγορηθεί εμμέσως πλην σαφώς για φιλοχρηματία, ομιχλώδεις συναλλαγές με συμφέροντα και πλουτισμό μέσω της πολιτικής. Ενδεικτική η απόρρητη επιστολή της 1ης Μαΐου 1979 του βρετανού πρέσβη Σάδερλαντ προς τα κεντρικά γραφεία του Foreign Office στο Λονδίνο: «Το σημαντικότερο πρόβλημα του Μητσοτάκη είναι ότι σε μια χώρα όπου οι προσωπικότητες και η προσωπική φήμη παίζουν πρωταγωνιστικό πολιτικό ρόλο, το όνομά του ακούγεται συχνά σε ιστορίες δωροληψίας και διαφθοράς. Προσωπικά, πιστεύω ότι πρόκειται για επιθέσεις από πολιτικούς του εχθρούς που φθονούν τη θέση του, όμως η λάσπη κολλάει και ίσως να υπάρχει κάποιο ποσοστό αλήθειας σε αυτές τις φήμες».
«Υπάρχει ένα κενό γύρω από τον Μητσοτάκη, το οποίο ο ίδιος δεν το έχει αναπληρώσει» λέει ο κ. Σωμερίτης. «Είναι, για να το πω με τα λόγια της εποχής, το “πόθεν έσχες”. Σε μια βιογραφία του περιγράφει πώς πρωτόφτασε στην Αθήνα πρωτοεκλεγμένος βουλευτής των Φιλελελευθέρων με τρύπιο παντελόνι. Η αλήθεια είναι ότι η Μαρίκα είχε περιουσία. Μια φορά είχα ρωτήσει τον Μητσοτάκη πώς τα βγάζει πέρα στο Παρίσι. Ηταν τεράστια τα έξοδα: δύο διαμερίσματα ενωμένα, το αυτοκίνητο, πανάκριβα ιδιωτικά σχολεία για τα παιδιά, η γερμανίδα νταντά, τα πεθερικά του που έμειναν για καιρό, ταξίδια, συνεχώς από την Ελλάδα φιλοξενούμενοι. Μου είπε: “Μα γι’ αυτό πηγαίνω κάθε τόσο στο Λονδίνο. Είμαι δικηγόρος, αυτή είναι η δουλειά μου, και με εμπιστεύονται μεγάλοι καραβοκύρηδες για να κάνω “συμβιβασμούς”».
O ίδιος θα αποκρούσει με περισσή δριμύτητα τις οικονομικές ατασθαλίες που του καταλογίζουν αναφορικά με το διαμέρισμα στο Παρίσι και το οικόπεδο στη Σαβοΐα, το κτήμα των 6.666 τ.μ. της Αλοννήσου (τo 1984 ο ίδιος αποκαλεί το δημοσίευμα στο «Ποντίκι» «μεθοδευμένη προσπάθεια αντιπερισπασμού για την υπόθεση του Αγαμέμνονα Κουτσόγιωργα»), την αρχαιολογική συλλογή, τη σχέση του με τη λιβεριανή εταιρεία Mayo (όταν το 1989 καταγγέλθηκε ότι πήρε από αυτή 2,5 εκατομμύρια δολάρια για τις προεκλογικές ανάγκες του κόμματός του), τις «οικοσυσκευές» Siemens κ.ο.κ.
Η αγάπη του για την καλή ζωή θεωρείται, πάντως, αδιαμφισβήτητη. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας (1990) τίθενται στη διάθεσή του ιδιωτικά αεροσκάφη γνωστών εφοπλιστών, παρά τις αντίθετες υποδείξεις του επικοινωνιακού επιτελείου του. «Είχε προκύψει ένα θέμα και με τον τεράστιο λογαριασμό νερού του Μητσοτάκη, σε περίοδο μάλιστα λειψυδρίας, που οφειλόταν στην πισίνα στο σπίτι της Γλυφάδας» θυμάται ο κ. Κύρτσος. «Με φώναξε πρωί πρωί με άλλους δύο επικοινωνιολόγους. Συμφωνήσαμε ότι έπρεπε να λυθεί το θέμα και βγάλαμε μια ωραία ανακοίνωση ότι καταλαβαίνουμε τον προβληματισμό του κόσμου, ότι όλα αυτά βέβαια συνέβησαν γιατί η κυρία Μητσοτάκη, που είχε προβλήματα υγείας, είχε ανάγκη την πισίνα, αλλά εν πάση περιπτώσει η οικογένεια του πρωθυπουργού σάς διαβεβαιώνει ότι η πισίνα αποτελεί παρελθόν! Φύγαμε ικανοποιημένοι και το μεσημέρι ακούσαμε στο ραδιόφωνο ότι ο Μητσοτάκης θα κρατούσε την πισίνα».
Ο πολιτικός Μητσοτάκης
Μιλώντας στο ΒΗmagazino, ο επίτιμος παραδέχεται σήμερα ότι ανέκαθεν γεννούσε πάθη στην πολιτική: «Διότι έπαιρνα θέσεις πολιτικές. Δεν έκανα πολιτική-σαχλαμάρα, έκανα πολιτική-ουσία». Παρά τα βαριά πολιτικά σφάλματά του (ως πιο σοβαρό θεωρεί την παραίτησή του από την αρχηγία της ΝΔ, μετά την ήττα στις πρόωρες εκλογές του 1993) αισθάνεται δικαιωμένος, διότι: «Δεν χρειάστηκε ποτέ μου να συμβιβαστώ ιδεολογικά ή πολιτικά για οποιοδήποτε αντάλλαγμα, διότι δεν άλλαξα ιδεολογία. Εγώ ξεκίνησα φιλελεύθερος και πεθαίνω φιλελεύθερος».
Για τους φίλους είναι ο πολιτικός του ρεαλισμού, του διαλόγου, του «καμιά καμένη γέφυρα», του πολιτικού θάρρους, o εχθρός του λαϊκισμού και των ψευδών «υποσχέσεων», είναι αυτός που, σύμφωνα με την Ντόρα Μπακογιάννη, «πήγε πάρα πολύ συχνά κόντρα στο ρεύμα με μια σχεδόν ουτοπική αντίληψη ότι ο λαός έχει ωριμότητα». «Πατριωτικά φιλόδοξος», γρήγορος, αποφασιστικός, ψύχραιμος, πρωτοπόρος, ανθεκτικός, με ευρύτατη μόρφωση και μια μοναδική οξυδέρκεια να ανευρίσκει ή να προτείνει συμβιβαστικές λύσεις (όχι πάντοτε επιτυχημένες), εκείνος που, σύμφωνα με τον κ. Νικηφοράκη, «έπειτα από κάθε ήττα του, θάβει με τιμή και δόξα τους νεκρούς του και προχωράει».
Για τους απανταχού εχθρούς είναι ο άνθρωπος του παρασκηνίου και των backroom deals, της μικροπολιτικής, της διαπλοκής (αυτής που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι έριξε την κυβέρνησή του το 1993), των ζοφερών διαπραγματεύσεων, των συνωμοσιών, του νεποτισμού, της δολοπλοκίας και της διαρκούς εσωκομματικής υπονόμευσης, του unfair και του Ειδικού Δικαστηρίου (το 2003 είχε παραδεχθεί σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του ότι «ίσως ήταν λάθος» του η παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, για το σκάνδαλο Κοσκωτά). Αλαζόνας, με ένα «σύμπλεγμα υπεροχής» έναντι όλων, με το σύνδρομο του αήττητου, ένας Αλ Καπόνε της Κρήτης που συνδιαλέγεται με τα συμφέροντα την ίδια στιγμή που τα καταγγέλλει.
Ο «Ψηλός» είναι, «γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;», και ο πολιτικός των αντιφάσεων. Είναι αυτός που το 1955 υπερασπίστηκε στο Κοινοβούλιο τον διωκόμενο για θρησκευτικούς λόγους Νίκο Καζαντζάκη και αυτός που υπέγραψε για τις ταυτότητες, αυτός που φιλοξένησε τον Μπους και τον Μιλόσεβιτς, αυτός που σε μια κοινωνική εκδήλωση είπε στην κυρία Τσοβόλα για τον σύζυγό της «Να τον προσέχεις τον Δημήτρη, είναι από τους πιο έντιμους πολιτικούς που έχουμε!», αυτός που προεκλογικά ήταν υπέρ της μείωσης του Δημοσίου και εν συνεχεία διόρισε 5.000 σε ΔΕΗ και ΟΤΕ κ.ο.κ. «Παράδοξο επίσης είναι ότι ενώ ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μια τάση προς τις ανατροπές, ο Μητσοτάκης ήταν τελικά εκείνος που έκανε τη μεγαλύτερη ανατροπή, φεύγοντας το ’65» σημειώνει ο κ. Δραΐνας.
«Ο Μητσοτάκης είναι ευφυέστατος, αληθινά προικισμένος. Είναι ηγέτης» σημειώνει ο κ. Σωμερίτης. «Του λείπει κάτι και αυτό το κάτι το αναπλήρωνε ο Παύλος Μπακογιάννης: η πολιτική φαντασία. Ο Παύλος ήταν φοβερός, το μυαλό του γεννούσε, είχε όραμα. Ο Μητσοτάκης δεν ήταν φανατικός δεξιός, δεν ήταν φανατικός σε τίποτα. Δεν διέθετε, όμως, και την πολιτική φαντασία για να στήσει κάτι καινούργιο». «Ηταν αχτύπητοι μαζί» λέει η Ντόρα Μπακογιάννη για τη σχέση του πατέρα της με τον δολοφονηθέντα (την 26η Σεπτεμβρίου 1989 από τη 17 Νοέμβρη) σύζυγό της. «Αυτοί που σκότωσαν τον Παύλο ήξεραν πολύ καλά ότι κόβουν το χέρι του Μητσοτάκη. Η σχέση τους ήταν πολύ δυνατή, παρ’ ότι ήταν εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες. Ο Παύλος ήταν εκρηκτικός, ήταν αδύνατο να μείνει καθιστός παραπάνω από μισό λεπτό...». Η φορτισμένη συναισθηματικά ομιλία του στη Βουλή, όταν θα ευχηθεί «... να ’ναι το αίμα του Παύλου Μπακογιάννη το τελευταίο που χύνεται άδικα σ’ αυτόν τον τόπο», είναι ίσως η μοναδική φορά που ο δημόσιος Μητσοτάκης κλυδωνίζεται (αλλά και πάλι δεν «σπάει»).
Τον «Ψηλό» μπορεί να τον απεχθάνεσαι πολιτικά, αλλά τον ακούς, διότι είναι, αν μη τι άλλο, η ζωντανή ιστορία της ελληνικής πολιτικής του τελευταίου αιώνα. Οπως συνοψίζει σήμερα ο εκδότης και μακροβιότερος στενός συνεργάτης του Ανδρέα Παπανδρέου κ. Αντώνης Λιβάνης: «Ο Κώστας Μητσοτάκης είναι ο μόνος εν ζωή πολιτικός άνδρας που γνωρίζει τη νεότερη πολιτική Ιστορία της πατρίδας μας, ιδιαίτερα από την εποχή Μεταξά μέχρι σήμερα. Και όταν λέγω γνωρίζει, εννοώ ότι την έχει προσωπικά ζήσει και στη διαμόρφωσή της και στη λειτουργία της και μάλιστα στο μεγαλύτερο ποσοστό από θέσεις ευθύνης. Η πολιτική ευθύνη και δράση είναι καθημερινή και μάλιστα επί εικοσιτετραώρου βάσεως (μέρα και νύχτα). Ο Κώστας Μητσοτάκης ευτύχησε να έχει τις φυσικές δυνατότητες να λειτουργεί επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Ειλικρινά μένω βαθύτατα εντυπωσιασμένος και από τις δυνατότητές του και από την αντοχή του. Νομίζω ότι τον ζηλεύω. Υπογραμμίζω ότι βρεθήκαμε απέναντι και το 1965, περίοδο Αποστασίας, και το 1989, περίοδο κατασκευασμένης δίωξης του Ανδρέα Παπανδρέου».
Μπορούμε σήμερα να μιλήσουμε για δικαίωση της «ατζέντας Μητσοτάκη» 20 χρόνια μετά, όπως διατείνεται σήμερα ο ίδιος με το βιβλίο του; «Νομίζω ότι κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργικής θητείας του έγιναν πολύ σημαντικότερα πράγματα από ό,τι μέχρι στιγμής συνειδητοποιείται» λέει στο ΒΗmagazino ο κ. Στέφανος Μάνος. «Ο,τι άνοιξε επί των ημερών του και κατόπιν έκλεισε προσωρινά, ξανάνοιξε, όπως π.χ. η ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ. Αν είχε γίνει τότε, σήμερα ο ΟΤΕ θα ήταν αναμφίβολα μία από τις μεγάλες επιχειρήσεις της Ευρώπης. Δικαιώθηκε αυτό που ήθελε ο Μητσοτάκης να κάνει, αλλά όχι αυτό που τελικά έγινε». Ποιo είναι το στίγμα που θα αφήσει; «Οσο μεγάλη επιρροή και αν έχει τώρα, δεν νομίζω ότι θα αφήσει κάτι σημαντικό σε σχέση με τα όσα είχε ονειρευτεί» τονίζει ο κ. Σωμερίτης. «Είναι σκληρό αυτό που λέω. Και με στενοχωρεί προσωπικά, γιατί αισθάνομαι φιλία και σεβασμό για αυτόν τον άνθρωπο. Τα πράγματα γύρισαν πολύ άσχημα για αυτόν σε κρίσιμες περιόδους, και δεν τον άφησαν να δημιουργήσει κάτι που να εξασφαλίζει την υστεροφημία του».
Επίλογος
Σήμερα η πολιτική του «μοναξιά» είναι έκδηλη. Οποιο και αν είναι το στίγμα που θα αφήσει στην ελληνική Ιστορία, όπως και αν τον θυμούνται (ο σατανικός υποβολέας της Αποστασίας, ο πρωτοπόρος ηγέτης που έβλεπε 20 χρόνια μπροστά κ.ο.κ.), ο 94χρονος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έχει πλήρη επίγνωση ότι είναι ο τελευταίος statesman της γενιάς των «μεγάλων», αυτός που θα κλείσει την πόρτα.
Οσο για το αναπόφευκτο τέλος, είναι εξοικειωμένος... παιδιόθεν: «Οταν ήμουν καταδικασμένος εις θάνατον από τους Γερμανούς, κοιμόμουνα από τις 8.00 το βράδυ, που έσβηναν τα φώτα, μέχρι την άλλη μέρα στις 8.00 το πρωί. Οταν ερχόταν το εκτελεστικό απόσπασμα, σηκωνόμουν, φορούσα ένα άσπρο πουκάμισο και περίμενα. Οταν έφευγαν, ξάπλωνα πάλι και κοιμόμουνα».
Οι πιο πολλές πολιτικές καριέρες τελειώνουν με δάκρυα, έλεγε ο Μπίσμαρκ. Αυτή μάλλον θα τελειώσει με ένα ελαφρύ σήκωμα των ώμων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου