Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Η χούντα είναι κάτι πιο ευρύ και προσωπικό, από την επέτειο-Σεβαστάκης Δημήτρης










 




 

 
 

http://www.avgi.gr/article/10811/8088781/e-chounta-einai-kati-pio-eury-kai-prosopiko-apo-ten-epeteio

Υπήρχε, επί χούντας, ένας πολυσέλιδος, εσωτερικός κανονισμός στα σχολεία της «μέσης εκπαιδεύσεως», εφιαλτικός, γεμάτος απαγορεύσεις. Για το «φλέγον ζήτημα της κουράς» στοιχιζόμασταν τα αγόρια για να ελέγξει ο εντεταλμένος καθηγητής τους σβέρκους.
Τα κορίτσια υπέφεραν. Σεμνό βλέμμα, μπλε ποδιά κάτω από τα γόνατα, όχι γέλωτες, όχι χαριεντισμοί με τους άρρενες. Η κυκλοφορία στους δρόμους επιτρεπόταν τις καθημερινές μέχρι τις 7 το απόγευμα, τις Κυριακές μέχρι τις 8.15 μ.μ. Υπήρχε λόγος. Στις 8 τέλειωνε ο Ξανθόπουλος ή η Βουγιουκλάκη και είχες το ένα τέταρτο που χρειαζόσουν για να γυρίσεις σπίτι. 
Ο ξυλοδαρμός από τους καθηγητές επιτρεπόταν, υπήρχαν δε και γονείς που τον ενθάρρυναν - «Να βάλει μυαλό». Αποβολές για ψύλλου πήδημα. Μασούσες τσίχλα κατά την ομιλία του γυμνασιάρχου: «Δύο ημέρες, λίαν επιεικώς».
Αλλά και μετά τη χούντα, για δύο - τρία χρόνια, η κεκτημένη καταπίεση διαρκούσε. Οι εκθέσεις «ιδεών», όπως και κάθε κείμενο, έπρεπε να γράφονται σε μια αρχαΐζουσα γλωσσική πολιτική ορθότητα, γεμάτη οίος, οία, οίον, διάστικτη από δοτικές, μια γλώσσα δοκιμασίας, που μιλούσε για τον εαυτό της, που πέταγε έξω και τον αναγνώστη, και τον συγγραφέα της.
Οι επίσημες διαφωτιστικές ομιλίες για τον κομμουνιστικό κίνδυνο, για το παιδομάζωμα, για τους απάτριδες του παραπετάσματος συνοδεύονταν από ηθικοπλαστικά περιοδικά γεμάτα από κουρεμένα καλά παιδιά, γέρικα και απολύτως εγκεκριμένα από τη γιαγιά τους.
Δευτέρα πρωί (ο ορισμός του εφιάλτη), ο γυμνασιάρχης μάς διάβαζε αποσπάσματα από την «Ακρόπολη» ή τον «Ελεύθερο Κόσμο». Αποσπάσματα διδακτικά, συχνά και από το αστυνομικό ρεπορτάζ. Για παράδειγμα: «Μια νεαρά δεν ήκουσε τους γονείς της και τους καθηγητάς της και παρεσύρθη υπό αλητηρίου»...
Στην πόλη, βέβαια, ήταν κάπως διαφορετικά. Συζητάω με συνομηλίκους μου, δεν είχαν την ίδια εμπειρία ή δεν ήταν τραυματική στον ίδιο βαθμό. Το 1968, με τον πατέρα στην εξορία, είχαμε έρθει με τη μάνα και τα αδέλφια μου για μία σχολική χρονιά στην Κυψέλη, φιλοξενούμενοι του θείου μου. Ήταν μαγικά! Πρωτοείδα τηλεόραση σε ένα κατάστημα ηλεκτρικών, στην οδό Σύρου νομίζω. Ο Φρέντυ Γερμανός έλεγε τις ειδήσεις στη χιονισμένη εικόνα. 
Το κυριότερο, δεν συναντούσες ποτέ δάσκαλο ή καθηγητή του σχολείου σου. Ήταν αδύνατον να ελέγξει το σύστημα την ιδιωτική ζωή. Ελευθερίες υπήρχαν λόγω της αστικής συνθήκης. Η πόλη ενείχε εκ κατασκευής ένα είδος δημοκρατίας.
Αντίθετα, στην επαρχία ελέγχονταν όλα. Ο διοικητής του αστυνομικού σταθμού, ο χωροφύλακας, ο αγροφύλακας, ο χουντικός καθηγητής, ο γονέας του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων, ο επίτροπος της ενορίας, οι κυρίες των φιλανθρωπικών και εξωραϊστικών συλλόγων, οι επαγγελματίες χαφιέδες, τα λούμπεν, οι κυπατζήδες, οι στρατονόμοι, όλοι διέπλεκαν ένα απέραντο δίκτυο ελέγχου ώστε να συλληφθεί ο παραβάτης μαθητής. Για ποιες παραβάσεις; Εκτός της «αντεθνικής δράσεως», να παίζει με τους φίλους του. Να είναι σε ραντεβού (έπρεπε μάλιστα να λάβει γνώση και ο πατέρας του κοριτσιού). Να καπνίζει. Να βγει ακόμα και στις διακοπές των Χριστουγέννων χωρίς τον κηδεμόνα.
«Εκάπνιζον, έπινον μέχρι καταστάσεως μέθης, εχόρευον». Ακόμα ηχούν στ’ αυτιά μου οι αιτίες για την οκταήμερη καμπάνα που μου έριξαν στη Β’ Λυκείου (τότε Πέμπτη Γυμνασίου). Αργότερα ζήτησα να βγάλουμε με την τάξη ένα λογοτεχνικό περιοδικό. «Ο σύλλογος των καθηγητών απεφάσισε ‘όχι’» μου ανακοίνωσε ένα χουντικό υποκείμενο που μισούσε τους μαθητές, όπως και τον εαυτό του. (Πρωτοφανές: 47 χρόνια μετά και κανείς από τους παλιούς του μαθητές δεν του μιλάει).
Τέλος πάντων, υπήρχε μια εγκάρσια χούντα στον μικρόκοσμο του καθενός. Μια ειδική και προσωπική καταστολή σε ένα γενικό εμφυλιοπολεμικό, πουριτανικό, απολίτιστο και εμπαθώς αντικομμουνιστικό και αντιδημοκρατικό κλίμα. Σαν κι αυτό που εισρέει σιγά και αποκρουστικά στις σύγχρονες αρτηρίες...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου