Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

O Ντόναλντ Τραμπ και ο «παραμελημένος άνθρωπος» Στη νικητήρια ομιλία του, ο Ντόναλντ Τραμπ απέτισε φόρο τιμής στους «παραμελημένους ανθρώπους της χώρας μας», δίνοντας την υπόσχεση ότι «δεν θα μείνουν ξεχασμένοι πια»










 




Στη νικητήρια ομιλία του, ο Ντόναλντ Τραμπ απέτισε φόρο τιμής στους «παραμελημένους ανθρώπους της χώρας μας», δίνοντας την υπόσχεση ότι «δεν θα μείνουν ξεχασμένοι πια». Αυτή η σημαντική πολιτική ιδέα –ότι δηλαδή ένα μεγάλο κομμάτι των λευκών πολιτών της χώρας έχει αγνοηθεί ή αντιμετωπίζεται αφ’ υψηλού– έχει τροφοδοτήσει κάθε σημαντική ανακατάταξη στην αμερικανική πολιτική από την εποχή της Νέας Συμφωνίας μέχρι σήμερα.

Το 1932, τη μελανότερη στιγμή της Μεγάλης Ύφεσης, ο Φράνκλιν Ρούσβελτ έκανε επίκληση στον «παραμελημένο άνθρωπο», προκειμένου να υποστηρίξει την ιδέα ανοικοδόμησης της οικονομίας «από τη βάση». 
Πάνω από τρεις δεκαετίες αργότερα, μετά τη νίκη του Ρίτσαρντ Νίξον, ο δημοσιογράφος Πίτερ Σκραγκ υπέδειξε τον «Παραμελημένο Αμερικανό», δηλαδή τον λευκό ψηφοφόρο της μικροαστικής τάξης, ως βασικό παράγοντα για την εμφανή κοινωνική απόρριψη του συστήματος της Μεγάλης Κοινωνίας (Great Society) και της Νέας Συμφωνίας (New Deal).
«Κάποτε, o ήρωας των επιμορφωτικών βιβλίων ήταν o εργάτης ή ο μικροκτηματίας ή γενικά ο μέσος άνθρωπος με όραμα , τον οποίο ο Άντριου Τζάκσον χαρακτήρισε τη “ραχοκοκαλιά της χώρας”.  Σήμερα, είναι ο “παραμελημένος άνθρωπος”, το πιο αλλοτριωμένο πρόσωπο στην αμερικανική κοινωνία», έγραφε ο Σκραγκ.
Το γεγονός ότι αυτός ο «παραμελημένος» Αμερικανός μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για την ενίσχυση του φιλελευθερισμού, όσο και για την αποξήλωσή του δείχνει ότι αυτή η πολιτική ταυτότητα δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα προσδιορισμένη: μπορεί να αναφέρεται σε ψηφοφόρους των Δημοκρατικών ή των Ρεπουμπλικανών, σε φιλελεύθερους ή συντηρητικούς, αλλά πάνω από όλα έχει μια λαϊκιστική αναφορά.
Από τη δεκαετία του 1960, η φράση άρχισε επίσης να σηματοδοτεί τη μομφή ότι η χώρα δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε λάθος κατηγορίες ανθρώπων –εννοώντας κυρίως τους Αφροαμερικανούς– εις βάρος της λευκής εργατικής τάξης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι «παραμελημένοι άνδρες και γυναίκες της χώρας» άρχισαν να μετακινούνται προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, την εποχή όπου οι Αφροαμερικανοί κατακτούν το δικαίωμα ψήφου και αρχίζουν να ψηφίζουν μαζικά για τους Δημοκρατικούς.
Η νίκη του Τραμπ μπορεί να καταγράφεται ως μια από τις μεγαλύτερες ανατροπές στην ιστορία των ΗΠΑ, αλλά είναι ταυτόχρονα το προϊόν μιας μακρόχρονης και πικρής φυλετικής και ταξικής μάχης σε αυτήν τη χώρα.
H επινόηση του όρου «παραμελημένος άνθρωπος» αποδίδεται συχνά στον κοινωνιολόγο του Υale Γουίλιαμ Γκράχαμ Σάμνερ. Γράφοντας κατά την αυγή της «Προοδευτικής Εποχής» (1890-1920), o Σάμνερ θρηνούσε για τη χαμένη αυτονομία των σκληρά εργαζόμενων πολιτών που ξαφνικά αναγκάζονται να πληρώσουν για μεγαλεπήβολα προγράμματα κοινωνικής μεταρρύθμισης. Στo πιο γνωστό έργο του, με τίτλο «Τι οφείλουν οι κοινωνικές τάξεις η μια στην άλλη», ο Σάμνερ απέρριπτε την ιδέα μιας κυβέρνησης που επιχειρεί να αμβλύνει τους ταξικούς ανταγωνισμούς αναδιανέμοντας τον κοινωνικό πλούτο. Τι οφείλει η μια κοινωνική τάξη στην άλλη; Τίποτα, σύμφωνα με την οπτική του Σάμνερ. Και σίγουρα ο «παραμελημένος του άνθρωπος», δεν οφείλει τίποτα.
Στην προεδρική του καμπάνια το 1932, ο Ρούσβελτ επιχείρησε να οικειοποιηθεί τον όρο σε μια διαφορετική και πιο διευρυμένη χρήση. «Αυτοί οι χαλεποί καιροί μάς καλούν να οικοδομήσουμε σχέδια που βασίζονται στους ξεχασμένους», είπε σε μια ραδιοφωνική παρέμβασή του από το Άλμπανι, τον Απρίλιο του 1932, προσθέτοντας «σχέδια που οικοδομούν “από τα κάτω” και όχι “από τα πάνω”, σχέδια που εναποθέτουν ξανά την εμπιστοσύνη στους παραμελημένους ανθρώπους της βάσης της οικονομικής πυραμίδας».
Για τον Ρούσβελτ, ο «παραμελημένος άνθρωπος» αναφέρεται στον βιομηχανικό εργάτη, τον βιοπαλαιστή αγρότη και τον κεϋνσιανό καταναλωτή: τον καθημερινό πολίτη, χωρίς τον οποίο η οικονομία θα κατέρρεε. Οικοδόμησε τη Νέα Συμφωνία γύρω από αυτήν την εικόνα, θεσμοθέτησε τον κατώτατο μισθό, την κοινωνική ασφάλιση και το ομοσπονδιακό δικαίωμα για τη δημιουργία σωματείων. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις σφράγισαν την αφοσίωση της λευκής εργατικής τάξης στο Δημοκρατικό Κόμμα για μια γενιά.
Όμως, η Νέα Συμφωνία «παραμέλησε» και απέκλεισε πολλές κατηγορίες πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των Αφροαμερικανών. Ο Λίντον Τζόνσον επιχείρησε να αντισταθμίσει αυτό το γεγονός, με τα προγράμματα της Μεγάλης Κοινωνίας που προέβλεπαν διεύρυνση των ομοσπονδιακών προγραμμάτων για την υποστήριξη των φτωχών και υποστηρίζοντας τους νόμους για τα Πολιτικά Δικαιώματα και τα Δικαιώματα Ψήφου.
Καθώς η χώρα άρχισε να «θυμάται» και πάλι τις επί μακρόν αναβλημένες υποσχέσεις της για ισότητα, ο «παραμελημένος Αμερικανός» άρχισε να σηματοδοτεί τον αποκλεισμό και την αντίσταση στην αλλαγή. Ο Σκραγκ σε ένα δοκίμιό του, τον Αύγουστο του 1969, έγραφε: «Ο Παραμελημένος Αμερικανός. Ποιον περιγράφει αυτή η κατηγορία; Τον ρατσιστή-φανατικό-λευκό του Νότου-Αμερικανό-ιρλανδικής-ιταλικής-πολωνικής καταγωγής-τραμπούκο. Την μικροαστική τάξη. Τα πάντα, δηλαδή τίποτα».
Σύμφωνα με την ανάλυση του Σκραγκ, αυτή η κατηγορία που κατονομάζει τα πάντα ήταν μέρος του προβλήματος, δηλαδή της άρνησης των φιλελεύθερων ελίτ να αναγνωρίσουν τις πραγματικές αιτίες δυσαρέσκειας και τις επιθυμίες αυτού που κάποτε υπήρξε ο σκληρός πυρήνας της εκλογικής απεύθυνσης των Δημοκρατικών.
Στην καμπάνια του, το 1968, ο Νίξον κεφαλαιοποίησε αυτή τη δυσαρέσκεια με επικλήσεις περί «νόμου και τάξης», μια φράση που κινητοποιούσε όχι μόνο τον φόβο απέναντι στο έγκλημα, αλλά και την οργή απέναντι σε διαδηλωτές και διαμαρτυρόμενους και στους φιλελεύθερους των πανεπιστημίων που τους ανέχονταν.
Ο Τραμπ έβαλε και πάλι τον όρο στην πολιτική κυκλοφορία, σε μια κίνηση συμπόρευσης με τις παλιές πολιτικές ταξινομήσεις περί «σιωπηρής πλειοψηφίας» και «παραμελημένων Αμερικανών». Αν και στον λόγο του έκανε αναφορά σε «άντρες και γυναίκες», η καμπάνια του Τραμπ βασίστηκε στην ίδια αναπαράσταση που τροφοδοτούσε την κοινωνική συμμαχία που επεδίωκε ο Ρούζβελτ: την αναπαράσταση του «παραμελημένου» λευκού εργαζόμενου άντρα.
φυλετικός παράγοντας παραμένει, επίσης, ένα αναπόσπαστο ζήτημα του σημερινού διαλόγου για το «ποιος έχει παραμεληθεί» και ποιος χρειάζεται να αναγνωριστεί. Mε αυτή την έννοια, το να εντάξουμε αυτόν τον όρο αποκλειστικά στο επίπεδο της ρατσιστικής ρητορικής σημαίνει ότι μας διαφεύγει η πολιτική του σημασία. Αυτό που συνέβη κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1979 δεν είναι απλώς ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα διεκδίκησε και αναπροσδιόρισε τον «παραμελημένο άνθρωπο» του Ρούσβελτ.
Εκείνη την εποχή, το ίδιο το Δημοκρατικό Κόμμα άρχισε να απομακρύνεται από τη Νέα Συμφωνία και την εργατική του πολιτική, ειδικά από τη δέσμευσή του για οργανωμένη εργασία.
Με την εκλογή του Τραμπ ίσως γινόμαστε μάρτυρες της ανάδυσης ενός νέου κομματικού καταμερισμού, με τους Δημοκρατικούς να εκπροσωπούν τη στοιχειώδη φυλετική ισότητα και την παγκοσμιοποίηση της ελεύθερης αγοράς και τους Ρεπουμπλικανούς να αντιπροσωπεύουν το κόμμα της λαϊκίστικής εθνικιστικής εξέγερσης. Αλλά, όπως φάνηκε και στην περίπτωση του Ρούσβελτ, αυτή δεν είναι μια σταθερή πολιτική εξίσωση. Αν οι εκλογές του 2016 σηματοδοτούν το αποφασιστικό τέλος της συμμαχίας της Νέας Συμφωνίας, μπορεί ενδεχομένως να πυροδοτήσουν και σημαντικές ανακατατάξεις στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στους New York Times, στις 10 Νοεμβρίου 2016.
Για τη συγγραφέα
Η Beverly Gage είναι καθηγήτρια ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Yale. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν την πολιτική ιστορία και την αμερικανική ιστορία του 20ού αιώνα, τη διακυβέρνηση, τον φιλελευθερισμό και τον συντηρητισμό. Στο βιβλίο της “The Day Wall Street Exploded: A Story of America in its First Age of Terror”, εξετάζει την ιστορία της τρομοκρατίας κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου