Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Σήμερα, πέντε μήνες μετά, όλοι εμείς εδώ, ευρωπαίοι εθελοντές, ντόπιοι και πρόσφυγες, νιώθουμε ότι κάτι πετύχαμε τελικά.Ότι ενωθήκαμε για τον κοινό στόχο. Ότι σ' αυτούς τους πέντε μήνες γίναμε ΕΝΑ!




























Achilles M. Peklaris


Πάνε ακριβώς πέντε μήνες από εκείνη τη βροχερή μέρα, την 21η Μαΐου 2016, που πάτησα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, το πόδι μου στη Σίνδο, στη βιομηχανική ζώνη έξω από τη Σαλονίκη.


Ο Ελβετικός Σταυρός είχε μόλις αναλάβει το Καμπ Καραμανλής με 600 άραβες Σύριους και ο καλός μου φίλος, ο Michael Räber, μου τηλεφώνησε και με κάλεσε να δουλέψουμε μαζί στο καινούργιο του πρότζεκτ, μετά τη γνωριμία μας στην Εφταλού της Λέσβου, τον χειμώνα.



Την πρώτη μέρα που βρέθηκα στο καμπ, λίγο αργότερα οι πρόσφυγες άρχισαν να φτάνουν με πούλμαν, μετά από τρεις μήνες στο βούρκο της Ειδομένης.

Βρόμικοι, ταλαιπωρημένοι, απελπισμένοι, διαλυμένοι.

 Τριακόσιες αθώες ψυχές, οικογένειες, παιδιά, ηλικιωμένοι, σαν αγρίμια. 

Θύματα του πολέμου.

Μόλις είδαν το παλιό βυρσοδεψείο του Καραμανλή, μέσα στη λάσπη και στην καταχνιά της ημέρας και με τις ελάχιστες υποδομές (σκηνές, τουαλέτες, ντους, ηλεκτρικο και τέλος), απελπίστηκαν περισσότερο και αρνήθηκαν να κατέβουν από τα πούλμαν.

Ο Μίκαελ μου ζήτησε να διαπραγματευτώ μαζί τους, να τους εξηγήσω πως θα τους περιποιηθούμε. Στην αρχή δεν ήθελα να το κάνω. 
Αναρωτήθηκα αν είναι ηθικό το να προσπαθήσω να τους πείσω να καταλύσουν σε ένα τόσο άθλιο μέρος. 

Τέσσερα πράγματα με έπεισαν, τελικά, να το κάνω. 
Το πρώτο ήταν ότι (αντικειμενικά) δεν υπήρχε άλλο μέρος διαθέσιμο για να πάνε εκείνη τη στιγμή. 
Το δεύτερο ήταν η απόλυτη βεβαιότητά μου ότι ο Ελβετικός Σταυρός θα δουλέψει γρήγορα, σκληρά και θα ρίξει πόρους για να βελτιώσει άμεσα και θεαματικά την κατάσταση.
 Το τρίτο ήταν ο τότε στρατιωτικός διοικητής, ένας νέος, χαμογελαστός και πολύ ανθρώπινος ταγματάρχης του πεζικού, που δεν σταμάτησε να καλοσωρίζει τον κόσμο ευγενικά και να τρέχει πάνω κάτω για να εξυπηρετήσει και να λύσει προβλήματα. 
Και το τέταρτο ήταν η προσωπική μου ζέση να κάνω τα πάντα για να νιώσουν καλύτερα οι συνάνθρωποί μας.

Αρχίσαμε τη διαπραγμάτευση μεσημέρι, ο πρώτος που γνώρισα με καλά αγγλικά ήταν ο Bachir Heussien
Φωνές και κακό, μεσανατολίτικο ταμπεραμέντο, καυγάς μεγάλος. 
Βράχνιασα. 
Του είπα να τους εξηγήσει πως ορκίζομαι και εγγυώμαι ότι αυτό το μέρος σε μια εβδομάδα θα είναι ήδη πολύ καλύτερο και σε ένα μήνα θα είναι αγνώριστο και το καλύτερο καμπ απ' όλα. Τους είπα ότι το παίρνω πάνω μου, ότι θα είμαι εδώ κάθε μέρα από το πρωί ως το βράδυ, ότι αν δεν γίνουν τα πράγματα όπως τους τα λέω τότε να με βάλουν στη μέση και να με δείρουν όλοι μαζί.

Αυτό κράτησε κάπου έξι ώρες, μέχρι και οι τελευταίοι να βγουν από τα πέντε πούλμαν, όταν είχε πια νυχτώσει. Ρίξαμε το σύνθημα στα αραβικά: "Κουλ γιόμ άχσαν!", που σημαίνει "κάθε μέρα και καλύτερα". Και δεν ήταν απλά ένα σύνθημα.
Ήταν, για μένα και για τον Ελβετικό Σταυρό, όρκος και ζήτημα τιμής.

Σε μια εβδομάδα είχαμε ίντερνετ σε όλο το καμπ, καθημερινές διανομές ρουχων και άλλων ειδών, τέσσερις μεγάλες τηλεοράσεις, ψυγεία γεμάτα νερο και παγάκια, μουσικά όργανα, καθημερινή διανομή τροφίμων (γάλα, ψωμί και λαχανικά), ζεστό τσάι κάθε βράδυ, παιχνίδια για τα παιδιά και καφενείο.
 Και το κυριότερο, ανθρώπους που είχαν ήδη καταλάβει ότι πραγματικά τα εννοούσαμε όλα αυτά που τους υποσχεθήκαμε. Και γι' αυτό δούλεψαν πρόθυμα μαζί μας.

Ένα μήνα μετά είχαν νοικιαστεί από τον Ε.Σ. τα 3.500 τμ του Blue Whale, ακριβώς απέναντι, και λειτουργούσε ραφείο, ξυλουργείο, κουρείο, παιδότοπος, μπουτίκ και μινι μάρκετ. 

Μετά ήρθε το φαλάφελ σταντ, η βιβλιοθήκη, ο χώρος για τις γυναίκες, το γυμναστήριο, οι μπασκέτες, το γηπεδο ποδοσφαιρου. 
Και μετά οι τρεις σχολικές αίθουσες για 200 μαθητές, ο χώρος προσευχής, το σταντ με φρέσκους χυμούς, το πινγκ πονγκ, η παιδική χαρά, τα μπάνια στη θάλασσα, κ.α. υποδομές και δράσεις.

Κάπου προς τα τέλη Ιουλίου, κάποιος φωτεινός κυβερνητικός εγκέφαλος από το δροσερό γραφείο του στην Αθήνα, "θυμήθηκε" ξαφνικά ότι ο χώρος είναι ακατάλληλος και οι πρόσφυγες πρέπει να μεταφερθούν "κάπου αλλού". 

Πάνω που είχαμε φέρει το πράγμα σε έναν λογαριασμό, ήθελαν να τα γκρεμίσουν όλα. 
Οι πρόσφυγες αντέδρασαν άμεσα και δυναμικά. 
Μέσα σε 24 ώρες συνέταξαν και υπέγραψαν (μηδ' ενός εξαιρουμένου) ένα κείμενο που, εν ολίγοις, έλεγε: "Αφήστε μας ήσυχους, εδώ είμαστε εντάξει, μη μας ξεριζώνετε πάλι". 

Το πράγμα τελικά "πάγωσε" και είμαστε ακόμα εκεί, πέντε μήνες μετά. 
Τώρα πια, πάνω από 200 πρόσφυγες έχουν φύγει ήδη σε σπίτια ή στην Ευρώπη, έχουμε μείνει λιγότεροι από τετρακόσιοι. 

Όλο αυτό το διάστημα κάναμε πολλούς και καλούς φίλους. 
Χτίσαμε μια ειρηνική κοινότητα. 
Συνδεθήκαμε ανθρώπινα. 
Μάθαμε ο ένας τον άλλο με τα μικρά μας ονόματα.
 Αγκαλιαστήκαμε. 
Μπήκαμε ο ένας στην καθημερινότητα του άλλου.
 Γελάσαμε, κάναμε πλάκες ο ένας στον άλλο, μαλώσαμε και τα ξαναβρήκαμε, κλάψαμε μαζί για τα πάθη αυτού του όμορφου λαού, για την πατρίδα τους που χάθηκε, για τους νεκρούς και τους πνιγμένους, για τον ξεριζωμό. Για τη φρίκη του πολέμου.

Σήμερα, πέντε μήνες μετά, όλοι εμείς εδώ, ευρωπαίοι εθελοντές, ντόπιοι και πρόσφυγες, νιώθουμε ότι κάτι πετύχαμε τελικά.
Ότι κρατήσαμε το λόγο μας.
Σταθήκαμε στο ύψος των περιστάσεων.
Δουλέψαμε μαζί.
Κάναμε ό,τι μπορούσαμε και συνεχίζουμε.
Η απόδειξη είναι τα γέλια, οι αγκαλιές, τα φιλιά και οι πλάκες με μικρούς και μεγάλους, κάθε μέρα, όταν ανταμώνουμε στο Καμπ Καραμανλής.

Και το ότι όλοι ξέρουμε καλά πως οι βαθιές φιλίες που χτίσαμε εδώ θα μείνουν στέρεες σαν βράχοι για πάντα.
Γιατί το πιο σημαντικό που πετύχαμε είναι ότι φιλιώσαμε.
Ότι ενωθήκαμε για τον κοινό στόχο.
Ότι σ' αυτούς τους πέντε μήνες γίναμε ΕΝΑ!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου