Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Ποιοι και με ποιο τρόπο υπονομεύουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη-Της Μαριάννας Πυργιώτη



















της Μαριάννας Πυργιώτη - Εφημερίδα Παραπολιτικά
«Η Ν.Δ. που ξέραμε δεν υπάρχει πια. 
Αδεια ιδεολογικά, ανεύθυνη πολιτικά, χωρίς επαφή με την ελληνική κοινωνία, 
δεν έχει να προσφέρει πια τίποτε στην πατρίδα…». 

To παραπάνω απόσπασμα από άρθρο του Θύμιου Λυμπερόπουλου, του γνωστού «γαλάζιου» συνδικαλιστή, συνιστά ένα ακραίο μεν, πλην χαρακτηριστικό δείγμα της πολιτικής αντίληψης των δυσαρεστημένων στελεχών της λεγόμενης «λαϊκής Δεξιάς».

Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, της λαϊκής «καραμανλικής» Δεξιάς, μια που στο εν λόγω άρθρο το τέλος της Ν.Δ. τοποθετείται το 2009, μόλις δηλαδή ανέλαβε ο Αντώνης Σαμαράς, τον οποίο επίσης απαξιώνει ο συντάκτης.
Υπάρχει όμως και η λαϊκή «σαμαρική» Δεξιά, που κι αυτή δυσανασχετεί κατά καιρούς με τη νέα ηγεσία ή έχει ήδη αναχωρήσει για αλλού -όπως π.χ. ο Φαήλος Κρανιδιώτης- και πιστεύει ότι αργά ή γρήγορα θα εισπράξει τα ποσοστά όσων βρίσκουν πολύ νεοφιλελεύθερο ή πολύ κεντρώο τον νέο πρόεδρο. 

Υπάρχει ακόμη η αυτοαποκαλούμενη «μεταρρυθμιστική» τάση, επίσης «σαμαρική», που εξαρχής πίεζε τον τότε πρόεδρο της Ν.Δ. να φτιάξει τη «Νέα Ελλάδα» στη θέση της παλιάς, φθαρμένης και «καραμανλικής» Ν.Δ.

Οσο για τους παραδοσιακούς συντηρητικούς του «κοινωνικού φιλελευθερισμού», που σχηματικά νιώθουν πιο κοντά στον Κώστα Καραμανλή και τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, και αυτοί δυσφορούν, αλλά με σχετική πειθαρχία, χωρίς έντονες δημόσιες αμφισβητήσεις.

Κάτι που δεν ισχύει για πολλά «ορφανά» της προηγούμενης, σύνθετης κομματικής ηγεσίας, όπως π.χ. για τον πρώην πρόεδρο της ΟΝΝΕΔ, Βασίλη Γεωργιάδη, «παιδί» του πρώην γραμματέα του κόμματος, Ανδρέα Παπαμιμίκου, που δήλωσε ότι «η ΟΝΝΕΔ ήταν η πρώτη που θυσιάστηκε στον βωμό των επικοινωνιακών τεχνασμάτων» και πρόσθεσε ότι «φυσικά και παραμένω πρόεδρός της». 

Με άλλα λόγια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως νέος πρόεδρος του κόμματος εμπίπτει στον παραδοσιακό «γαλάζιο» κανόνα της εσωτερικής αμφισβήτησης-υπονόμευσης μετά την εκλογή του. 

Οπως έλεγαν χαρακτηριστικά συνεργάτες του, «πολιτικά, είναι κατανοητή η δυσκολία κάποιων να προσαρμοστούν με μια ηγεσία που δεν στήριξαν άλλωστε στις εσωκομματικές εκλογές. 

Ομως πρέπει να γίνει σαφές ότι η εντολή που έδωσαν όσοι ψήφισαν στις εκλογές ήταν για ριζική ανανέωση του χώρου και αυτή την εντολή θα την υπηρετήσουμε σταθερά, χωρίς παλινωδίες».
Με άλλα λόγια, όπως είπε και ευρωβουλευτής που συνομιλεί τακτικά με τον πρόεδρο, ο Κ. Μητσοτάκης «δεν βλέπει παντού εσωτερικούς εχθρούς ή υπονομευτές, ούτε τον απασχολεί το θέμα.

Είναι όμως αποφασισμένος να μην επιτρέψει να φουντώσει μια εσωτερική γκρίνια που θα εμποδίσει τη Ν.Δ. από το να εκφράσει ξανά μια μεγάλη Κεντροδεξιά της σύνθεσης, όπως αυτή που είχε εκφραστεί το ’90 με τον πατέρα του».

Κατ’ αρχάς, υπάρχουν δύο πρώην πρόεδροι-πρωθυπουργοί που, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας και με εντελώς διαφορετικό πολιτικό σκεπτικό, έχουν χαράξει τις δικές τους «κόκκινες γραμμές».
Για τον Αντ. Σαμαρά, που κινείται έντονα και δημόσια, η δικαίωση της πρωθυπουργικής του θητείας είναι must και πρέπει να περάσει μέσα από την επιβεβαίωση της θεωρίας του περί «αριστερής παρένθεσης».

Ωστόσο -όπως ευφυώς ανέδειξε επικοινωνιακά η κυβέρνηση-, οι παρεμβάσεις του «καπελώνουν» τη νέα ηγεσία, κάτι που φάνηκε καθαρά με την τελευταία του συνέντευξη, στην οποία δεν περιορίστηκε στην αναφορά για «πολιτική κλωστή, που ενώνει τους πραγματικούς μεταρρυθμιστές.

Από τη Δεξιά έως την Κεντροαριστερά, πέρα και πάνω από κόμματα», αλλά κατονόμασε την Αννα Διαμαντοπούλου, τον Ανδρέα Λοβέρδο και τον Γιάννη Μανιάτη, δίνοντας την εντύπωση ότι επιχειρεί να πατρονάρει τον νέο πρόεδρο. 

Η Συγγρού δεν έδειξε μεν να ενοχλείται, αλλά σε δεύτερο χρόνο το θέμα συζητήθηκε και αναλύθηκε διεξοδικά στο επιτελείο του Κυριάκου. Ο

ι λεγόμενοι «σαμαρικοί» σε κοινοβουλευτικό επίπεδο δεν είναι μια ενιαία ομάδα. 
Ισχυρότεροι και πιο πιστοί υποστηρικτές του Α. Σαμαρά είναι οι Αδωνις Γεωργιάδης και Μάκης Βορίδης και ακολουθούν οι Αννα-Μισέλ Ασημακοπούλου, Μπάμπης Αθανασίου, Θόδωρος Φορτσάκης, Κ. Τασούλας κ.ά. Κοινό χαρακτηριστικό πάντως των λίγων «μητσοτακικών» και των περισσότερων «σαμαρικών» είναι η αντι-καραμανλική αντίληψη. Κι εδώ αρχίζει το δεύτερο πρόβλημα, που αφορά στην εξαιρετικά περίπλοκη σχέση του Κώστα Καραμανλή με τον νέο πρόεδρο. 

Κι αυτό διότι η σχέση του πρώην πρωθυπουργού με την Ντόρα Μπακογιάννη ήταν στο παρελθόν εξαιρετική, άλλαξε μεν, αλλά όχι δραστικά, την περίοδο της προεδρίας Σαμαρά και τώρα περνά από ένα crash test. Αντίθετα, με τον Κ. Μητσοτάκη δεν υπήρχε ουσιαστική σχέση και μετά τη μη ψήφιση του Προκόπη Παυλόπουλου για την Προεδρία της Δημοκρατίας και τη στήριξη Καραμανλή στον Β. Μεϊμαράκη δεν μπορεί να υπάρξει. 
«Χτύπημα» Μεϊμαράκη και κατηγοριοποιήσεις
Πώς ορίζονται όμως οι «καραμανλικοί», ειδικά αν συνυπολογίσει κανείς ότι κάποιοι ήταν στις κυβερνήσεις Σαμαρά; Αρκούν οι ρίζες για να χαρακτηριστεί κάποιος;

Για παράδειγμα, η Συγγρού δεν βάζει στην ίδια κατηγορία τον Νίκο Δένδια με τον Χρήστο Σταϊκούρα.
 Αντιμετωπίζει τις κινήσεις του πρώτου επιφυλακτικά, καθώς τον ακολουθεί ο τίτλος του δελφίνου, ενώ θεωρεί τον δεύτερο ένα σοβαρό και συνεργάσιμο κορυφαίο στέλεχος.
Επίσης ο Κώστας Καραμανλής ο νεότερος, βουλευτής Σερρών, είναι μια ειδική περίπτωση, καθώς οι θέσεις του, ακόμη κι όταν είναι διαφοροποιημένες από αυτές της Συγγρού, είναι στη φιλελεύθερη προοδευτική αντίληψη.

 Για παράδειγμα, ως προς την προχθεσινή συγκέντρωση, είπε ότι «η αντιπολίτευση δεν πρέπει να κάνει πολιτική στα πεζοδρόμια, καθώς αυτό το έχουμε πληρώσει ακριβά», αλλά συμπλήρωσε ότι «σε μια ευρωπαϊκή χώρα, η αντιπολίτευση υπερασπίζεται την αρχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπου υπερισχύουν το Σύνταγμα και οι νόμοι κι όχι το ακατέργαστο θυμικό. Και αυτό άλλωστε κάνει συστηματικά και με αξιοπιστία ο Κυριάκος Μητσοτάκης».
Οσο για τον πρώην πρόεδρο και αντίπαλο του Κ. Μητσοτάκη στις εσωκομματικές εκλογές, Βαγγέλη Μεϊμαράκη, με ρίζα «μητσοτακική», αλλά κορμό «καραμανλικό», είναι φανερό ότι είναι θέμα χρόνου η δημόσια έκφραση της δυσαρέσκειάς του για την εξέλιξη των πραγμάτων και εσωκομματικά και σε σχέση με την ακολουθούμενη πολιτική.

 Η έλλειψη επικοινωνίας και πολιτικής διαβούλευσης είναι η αιτία της δικής του δυσφορίας, που μέχρι στιγμής δεν έχει πάρει έκταση, αλλά έχει μεταφερθεί… αρμοδίως μέσω της Ντόρας Μπακογιάννη, με την οποία έχει παλιά και βαθιά πολιτική σχέση. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου