Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

ΣΤΑΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ΕΝΑΣ ΛΥΚΟΣ ΜΕ ΠΡΟΒΙΑ ΠΡΟΒΑΤΟΥ


 


 
 
 
 
 
 
 
 
  Με εντυπωσιακό τρόπο έκανε την εμφάνιση στο πολιτικό σκηνικό της χώρας, ο νέος πολιτικός φορέας που ίδρυσε ο γνωστός δημοσιογράφος κ. Σταύρος Θεοδωράκης. «Το Ποτάμι» έτυχε μεγάλης προβολής από τα ΜΜΕ και οι πρώτες δημοσκοπήσεις το κατατάσσουν 3η πολιτική δύναμη της χώρας. 

Ποιο είναι όμως το στίγμα του «νέου» αυτού πολιτικού σχηματισμού και τι ακριβώς πρεσβεύει ο επικοινωνιακός δημιουργός του; Μελετώντας κάποιος τη συνέντευξη τύπου αλλά και τη διακήρυξη θέσεων που δόθηκε στη δημοσιότητα μπορεί κάποιος να συνοψίσει την ιδεολογική ταυτότητα του «Ποταμιού» στις παρακάτω θέσεις:


1. Η παραδοσιακή διάκριση αριστεράς και δεξιάς είναι πλέον «παρωχημένη». Στην εποχή μας υπάρχει μια «κοινή λογική» ικανή να δώσει απαντήσεις σε όλα τα προβλήματα.

2. Η Ευρωπαϊκή «προοπτική» της χώρας είναι αδιαπραγμάτευτη καθώς και η παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη.

3. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν παράγει τίποτα και είναι επιτακτική η ανάγκη ενός εθνικού σχεδίου το οποίο θα δίνει βάσει στην αύξηση της εγχώριας παραγωγής και των εξαγωγών.

4. Τα αίτια της κρίσης εντοπίζονται στις εγχώριες παθογένειες και στην ελληνική υστέρηση.

5. Το ποτάμι είναι απέναντι στον λαϊκισμό, τον εθνικισμό και τον ευρωσκεπτικισμό.

Τι κρύβεται όμως κάτω από την επιφάνεια αυτών των καλογυαλισμένων θέσεων;

1. Όσο κι αν η διάκριση αριστεράς- δεξιάς μπορεί να μη σημαίνει και πολλά σ’ ένα νέο ψηφοφόρο, δεν παύει να είναι καθοριστικής σημασίας.
 Δεδομένης της ταξικής κοινωνίας ,η αριστερά καθότι οπαδός κευνσιανών πολιτικών τόνωσης της ζήτησης, έντονης κρατικής παρέμβαση στη λειτουργία της αγοράς και υπέρμαχος του κοινωνικού κράτους, παραδοσιακά υπερασπίζεται τα συμφέροντα των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων ενώ η δεξιά καθότι οπαδός μονεταριστικών πολιτικών περιορισμένης ρευστότητας, πλήρους απελευθέρωσης των αγορών και ιδιωτικοποίησης κρατικών υπηρεσιών προωθεί τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και των οικονομικών ελίτ. 

Στη σημερινή Ευρώπη των τεραστίων κοινωνικών ανισοτήτων (με πρώτη την ίδια την Γερμανία) ο διαχωρισμός αριστεράς και δεξιάς είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. 

Είναι αδύνατο με μία και μόνη πολιτική η οποία θα χαρακτηρίζεται από κάποια «κοινή λογική» να υπερασπίζεται κάποιος ταυτόχρονα, τόσο τα συμφέροντα για παράδειγμα ενός κεντρικού τραπεζίτη των 500.000€ ετησίως όσο και τα συμφέροντα ενός άνεργου που ψάχνει για φαγητό στα σκουπίδια. 

Και αυτό γιατί τα συμφέροντα του πρώτου ικανοποιούνται με ένα νόμισμα αποθεματικού χαρακτήρα το οποίο δεν πληθωρίζεται άρα δεν χάνει την αξία του, σαν το ευρώ ενώ αντίθετα ο δεύτερος έχει ανάγκη από ένα νόμισμα αυξημένης ρευστότητας το οποίο θα οδηγήσει σε αύξηση της απασχόλησης κι ας μην είναι παγκόσμιας αποδοχής, όπως ήταν η δραχμή.

2. Ανεξάρτητα όμως που τοποθετείται το ποτάμι στο δημοκρατικό τόξο, ο απερίφραστος «φιλοευρωπαϊσμός» του με δεδομένη την υπάρχουσα αρχιτεκτονική του ευρώ , το κατατάσσει de facto στο χώρο της δεξιάς. Για την ακρίβεια το να υποστηρίζει κάποιος το ευρώ και να δηλώνει ταυτόχρονα αριστερός είναι πρακτικά αδύνατο. 

Ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ που είναι φιλοευρωπαϊκό κόμμα, μιλάει για μια άλλη Ευρωπαϊκή πολιτική που φιλοδοξεί ότι θα επιβάλει. Το γεγονός όμως ότι το «Ποτάμι» αποφεύγει να δηλώσει ξεκάθαρα ποιας κοινωνικής ομάδας τα συμφέροντα θέλει να εκπροσωπήσει είναι υποκριτικό και γίνεται για λόγους καθαρά ψηφοθηρικούς.

3. Αναφορικά τώρα με την ανάγκη ενός εθνικού σχεδίου το οποίο θα δίνει βάσει στην αύξηση της εγχώριας παραγωγής δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τόσο σε συνθήκες ευρώ όσο και σε μια ενδεχόμενη επιστροφή στη δραχμή αυτό είναι κάτι που πρέπει να γίνει. 

Είναι όμως αδιανόητο για τους αθεράπευτα φιλοευρωπαίους να μην αναφέρονται στο γεγονός ότι η συρρίκνωση της εγχώριας παραγωγής είναι κυρίως συνέπεια ακριβώς της ένταξης της χώρας στην Ε.Ε και στην ευρωζώνη. 
Κι όταν μιλάμε για ένα εθνικό σχέδιο, πόσο εθνικό μπορεί να είναι αυτό όταν η ελληνική πολιτεία στερείτε πλέον όλων των εργαλείων όπως είναι η αύξηση των δημοσίων δαπανών, η χορήγηση επιδοτήσεων, η δασμολόγηση των εισαγόμενων προϊόντων, η άσκηση νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής κα.

4. Αναφορικά τώρα για τα αίτια της κρίσης και επειδή πολύ κουβέντα έχει γίνει, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ελληνικές παθογένειες είναι πολλές και σημαντικές. Το πρόβλημα όμως είναι συνολικά ευρωπαϊκό. Μόλις πριν από λίγες μέρες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να θέσει τη Γαλλία υπό «ενισχυμένη επιτήρηση», επικρίνοντας για άλλη μια φορά την έλλειψη ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της και το υψηλό επίπεδο του χρέους της. 

Η Γαλλία όμως είναι η δεύτερη οικονομία της ευρωζώνης με δημόσια διοίκηση που αποτελεί παγκόσμιο πρότυπο. Είναι λοιπόν το λιγότερο προπαγανδιστικό να ιδρύεις νέο πολιτικό φορέα και να μην κάνεις την παραμικρή αναφορά στη γενικότερη ευρωπαϊκή κατάσταση και να ισχυρίζεσαι ότι οι όποιες λύσεις βρίσκονται στα χέρια των ελληνικών κυβερνήσεων που απλώς για τον α ή β λόγω δεν μπορούν ή δε θέλουν να τις δώσουν.

 Σε συνθήκες Ε.Ε και Ευρωζώνης καμία Ελληνική κυβέρνηση από μόνη της, ανεξάρτητα του τι πολιτική θα ακολουθήσει, δεν μπορεί να δώσει λύση στην κρίση ακριβώς γιατί οι αιτίες της εντοπίζονται στην ίδια την αρχιτεκτονική της Ε.Ε και της Ευρωζώνης.

5. Τέλος, αναφορικά με το λαϊκισμό, τον εθνικισμό και τον ευρωσκεπτικισμό που το ποτάμι θέλει να «πολεμήσει» έχουμε να σημειώσουμε τα εξής:

I. Ο μέγιστος αντεστραμμένος λαϊκισμός της τελευταίας 15ετίας, πάνω στον οποίο το σύστημα εξουσίας επιβάλει την ανάλγητη αυτή πολιτική, είναι ότι η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να έχει το ίδιο νόμισμα με τη Γερμανία μολονότι η παραγωγικότητα της οικονομίας της είναι στο 1/3 της Γερμανικής. Μια επιλογή που είναι πέρα από κάθε οικονομική ή άλλη λογική.

II. Ενώ με μεγάλη ευκολία κατακρίνεται- και ορθά- ο εγχώριος εθνικισμός, δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά στον εθνικά ιδιοτελή τρόπο με τον οποίο η Γερμανία «διαχειρίστηκε» την νομισματική ένωση ο οποίος αποτελεί και την αιτία έξαρσης του εγχώριου εθνικισμού. 

Ο γερμανικός εθνικισμός μπορεί να μην γίνεται εύκολα αντιληπτός από το μέσο πολίτη δεν παύει όμως να αποτελεί μια πραγματικότητα και εντοπίζεται σε δύο καθοριστικές, ήδη από το 2003, στρατηγικές επιλογές:

 α)τη μείωση του γερμανικού εργατικού κόστους κατά παράβαση των ευρωπαϊκών συνθηκών και 
β) τη ,για περισσότερο από δυόμιση χρόνια(2003-2006), μείωση του βασικού επιτοκίου του ευρώ από το 5% στο ιστορικό χαμηλό 2%. 

Η πρώτη επιλογή είχε σαν αποτέλεσμα οι γερμανικές εξαγωγές ,σε συνθήκες ευρωζώνης , να γίνουν ακόμα πιο ανταγωνιστικές και πρακτικά να μην αφήσουν στις περιφερειακές οικονομίες του ευρώ κανένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

 Η δεύτερη επιλογή είχε σαν αποτέλεσμα οι χώρες της περιφέρειας να αποκτήσουν την απαιτούμενη ρευστότητα προκειμένου να είναι σε θέση να αγοράζουν τα γερμανικά προϊόντα. Κρατώντας τους γερμανικούς μισθούς καθηλωμένους και προσφέροντας υψηλή ρευστότητα στην περιφέρεια, η Γερμανία απογείωσε το πλεονέκτημα ανταγωνιστικότητας της με αποτέλεσμα σήμερα να έχει «μαζέψει» όλη την Ευρωπαϊκή ρευστότητα γεγονός που την έχει αναδείξει σε «de facto» ευρωπαϊκό ηγεμόνα. 

Οι πόλεμοι του σήμερα μπορεί να μην γίνονται με άρματα, πυραύλους και πολεμικά αεροσκάφη με αποτέλεσμα να μη γίνονται εύκολα αντιληπτοί ,δε σημαίνει όμως ότι δε λαμβάνουν χώρα και ότι δεν έχουν τις ίδιες καταστροφικές συνέπειες με τους πολέμους του παρελθόντος.

III. Μια φράση την οποία αρέσκεται να επαναλαμβάνει ο Σ.Θ αναφερόμενος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ότι αποτελεί το έμπρακτο παράδειγμα της ενότητας του διαφορετικού. 

Πόσο σεβαστή γίνεται όμως σήμερα αυτή η διαφορετικότητα των λαών όταν, εξαιτίας της ευρωζώνης, οι κοινωνίες οφείλουν να προσαρμοστούν τόσο βίαια στο γερμανικό δόγμα περί ανταγωνιστικότητας (μοναδικό παγκοσμίως) που επιβάλει : 

«την επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας όχι χάριν της συναλλαγματικής ισοτιμίας»; 
Σε κάθε περίπτωση καμία λέξη που έχει σαν συνθετικό το σκέπτομαι δεν μπορεί να είναι αρνητική και ο ευρωσκεπτικισμός δεν θα ήταν τόσο έντονος στις μέρες μας αν η ευρωζώνη δεν είχε οδηγήσει όλη την ευρωπαϊκή περιφέρεια στα σημερινά αδιέξοδα.

Πέρα όμως από τις πολιτικές θέσεις του νεοσύστατου κόμματος υπάρχουν σοβαρές επιφυλάξεις και για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη δημοκρατία ό ίδιος ο ιδρυτής του. Σε άρθρο του στο protagon.gr με τίτλο «Ψήφος χωρίς προφύλαξη» (βλ.σχετ: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.article&id=14986 ) την επομένη της πρώτης εκλογικής αναμέτρησης της άνοιξης του 2012 ολοκληρώνοντας το σχολιασμό του για το εκλογικό αποτέλεσμα έγραφε σχετικά: 

«……..«Μα για το νικητή των εκλογών δεν θα πεις τίποτα», ακούω από τη γαλαρία. Ναι ,όντως, νικητής των χθεσινών εκλογών ήταν ο Αλέξης Τσίπρας. Αυτός (και όχι βέβαια οι «Συνιστώσες») πήρε το ΣΥΡΙΖΑ και τον έκανε αξιωματική αντιπολίτευση. Μόνο που θα πρέπει να καταλάβει σε ποια Ελλάδα νίκησε. Στην ίδια Ελλάδα που νίκησε και ο Μιχαλολιάκος και ο Καμμένος. 

Στην (μόνη «δυτική») χώρα που χιλιάδες άντρες κάνουν σεξ με (ναρκομανείς) πόρνες στο δρόμο χωρίς να χρησιμοποιούν προφυλακτικό. Γιατί πιστεύουν ότι οι Έλληνες δεν κινδυνεύουν από το AIDS, όπως δεν κινδυνεύουν και από τη δραχμή. Και μπορούν να ψηφίζουν άφοβα ότι ακριβώς τους έρθει, χωρίς προφύλαξη.»

Αρχικά έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο ο Σ.Θ ταυτίζει την αξία μιας χώρας με την αξία των διαφόρων ηγετών ή πολιτικών αρχηγών.

 Κι αν η Ελλάδα του Καμμένου και του Μιχαλολιάκου είναι μια Ελλάδα χωρίς αξία, αναρωτιέμαι πόσο μεγάλη αξία έχουν πχ οι Η.Π.Α του George W. Bush, ή η Ιταλία του Berlusconi ή η Γαλλία του Hollande και του Sarkozy ή η Γερμανία της Merkel κοκ

Και πόσο μεγάλης αναβάθμισης θα τύχει η Ελλάδα, αν γίνει η Ελλάδα που θα νικήσει αυτή η σπάνια προσωπικότητα, ο Σταύρος Θεοδωράκης;

Στη συνέχεια ο αρθρογράφος κάνει ένα παντελώς προπαγανδιστικό και αυθαίρετο παραλληλισμό της δραχμής και του AIDS. 

Ο καθένας βέβαια έχει το δικαίωμα της γνώμης του, αρκεί να την τεκμηριώνει. Από πότε όμως ο -απόφοιτος ΙΕΚ - Σταύρος Θεοδωράκης είναι τόσο αυθεντία στη νομισματική μακροοικονομική πολιτική που οι απόψεις του για το νομισματικό μέλλον της χώρας δεν χρήζουν περαιτέρω τεκμηρίωσης;

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως του άρθρου βρίσκεται στην τελευταία του φράση με την οποία ο Σταύρος Θεοδωράκης, ούτε λίγο ούτε πολύ, πιστεύει ότι ο κόσμος πρέπει να ψηφίζει στις εκλογές με το φόβο της επιστροφής στη δραχμή. 

Αλλά τι σόι δημοκρατία έχουμε αν ψηφίζουμε φοβισμένα; 
Και τι αξία έχει το δημοκρατικό πολίτευμα αν μπαίνει σε περιορισμούς; 

Και τελικά τι είναι σημαντικότερο; 
Η δημοκρατία ή το κοινό νόμισμα; 

Κι αν ο κόσμος με την ψήφο του επιλέξει κάποια στιγμή την επιστροφή στη δραχμή (την οποία σε μια πρόσφατη εμφάνισή του ο Σ.Θ την αποκάλεσε «το παλιό νόμισμα»), 
πως θα αντιδρούσε ο Σταύρος Θεοδωράκης σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο; 
Μήπως θα κατέβαζε τα τανκς στο Σύνταγμα;

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Το ποτάμι δεν εμφανίστηκε τυχαία την πολιτική σκηνή της χώρας. 
Αποτελεί την ύστατη προσπάθεια της εγχώριας ελίτ να διατηρήσει τη χώρα στην ευρωζώνη με κάθε κόστος. Με δεδομένη την διαφαινόμενη αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να πετύχει μια αυτοδύναμη κυβέρνηση και την εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, το «σύστημα» δημιούργησε το «Ποτάμι» προκειμένου να αποτελέσει τον πρόθυμο συνέταιρο σε μια νέα μελλοντική φιλομνημονιακή κυβέρνηση. 

Μια κυβέρνηση η οποία θα συνεχίσει την ίδια πρωτοφανή στα ιστορικά πολιτική, η οποία στο όνομα κάποιων «μεταρρυθμίσεων» έχει διαλύσει τη χώρα, την οικονομία και τον πληθυσμό της, ενώ καθημερινά υποθηκεύει όλο και περισσότερο το όποιο μέλλον της.

Είναι κατανοητό ότι ο κόσμος αναζητά να εναποθέσει κάπου τις τελευταίες του ελπίδες. 
Την εποχή όμως της παραπληροφόρησης, του κενού λόγου και της επικοινωνίας χωρίς περιεχόμενο, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κάποιος τους λύκους από τα πρόβατα. Πόσο μάλλον, τους λύκους με προβιά προβάτου.
Στεφανάτος Χρήστος
Οικονομολόγος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου