ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΥ
Το 1980 οι αμερικανοί και οι υπόλοιποι Δυτικοί σύμμαχοί τους
Το 1980 οι αμερικανοί και οι υπόλοιποι Δυτικοί σύμμαχοί τους
μποϊκοτάρισαν τους Ολυμπιακούς της Μόσχας
με το πρόσχημα της σοβιετικής επέμβασης στο Αφγανιστάν – αν θυμάμαι καλά.
Στην πραγματικότητα οι αμερικάνοι έτρεμαν στην ιδέα ότι στην τελετή έναρξης οι αθλητές του
θα ήταν κομπάρσοι σε ένα τρομερό σοβιετικό σόου ο σκοπός
του οποίου θα ήταν η προβολή της κομμουνιστικής αντίληψης για τον αθλητισμό,
Oι Σοβιετικοί δεν είχαν κανένα πρόβλημα να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη των Ολυμπιακών για να κάνουν προπαγάνδα – επένδυαν άλλωστε στην επικοινωνιακή δύναμη των αθλητών και του αθλητισμού με τρόπο θαυμαστό, ήδη από το 1950.
Πλην όμως δεν ήθελαν να φανεί ότι οι αμερικανικές φοβίες ήταν δικαιολογημένες και αποφάσισαν να τις εκθέσουν: η τελετή έναρξης των αγώνων της Μόσχας (όπως και η τελετή λήξης που ήταν κάτι σαν το δεύτερο μέρος της) είχαν ως βασικό θέμα την παγκόσμια ειρήνη και τη συναδέλφωση και συνεργασία των λαών.
Η τελετή έναρξης εκείνη δεν μεταδόθηκε ολόκληρη από την ΕΡΤ, παρά μόνο μέρη της. Η Ελλάδα δεν ήθελε να μποϊκοτάρει τους Αγώνες (που νοιώθει πάντα δικούς της), αλλά φοβόταν και να κακοκαρδίσει τους δυτικούς συμμάχους της οπότε έκανε τις αγαπημένες της κατινιές – μια εκ των οποίων ήταν η μερική κάλυψη της έναρξης.
Την είδα όλη καιρό αργότερα σε ένα φεστιβάλ της ΚΝΕ και ομολογώ ότι ήταν αψεγάδιαστη για ένα λόγο που αργότερα κατάλαβα: το όλο κόνσεπτ (από τη συμμετοχή του πλήθους στις εξέδρες μέχρι το δάκρυ του Μίσα στο φινάλε) είχε μις κεντρική ιδέα που λειτούργησε ως μπούσουλας – ιδέα που ξεπερνούσε τη συνηθισμένη προβολή της αξίας των Αγώνων που ήταν μέχρι τότε βασικό θέμα σχεδόν σε κάθε έναρξη διοργάνωσης.
Τέσσερα χρόνια αργότερα στο Λος Αντζελες, με τους Σοβιετικούς συν τα τέκνα τους απόντες,
οι Αμερικάνοι χωρίς μια κεντρική ιδέα έχασαν τα αυγά και τα καλάθια στην έναρξη:
προσπαθώντας να δείξουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η χώρα της ελευθερίας και της επιτυχίας, μπέρδεψαν το αμερικανικό όνειρο με την τεχνολογία και τους πυραύλους και χάθηκαν
ανάμεσα σε ινδιάνους καουμπόιδες και αστροναύτες.
Επειδή είναι πρακτικοί άνθρωποι το κατάλαβαν κι έφτιαξαν μια από τις πιο θεαματικές τελετές λήξης. Για πρώτη φορά τότε μπήκαν στο γήπεδο χίμα οι αθλητές, χορεύοντας και τραγουδώντας, χωρίς σημαίες και διακρίσεις, σαν μια μεγάλη τεράστια παρέα που είχε πάρει μέρος στο πάρτι: εκείνη η εικόνα, πρωτοποριακή για την εποχή, μιλούσε από μόνη της για ένα κόσμο χωρίς τείχη και παραπετάσματα.
Οι τελετές έναρξης των Ολυμπιάδων δεν είναι πολύ του γούστου μου: προτιμώ τις τελετές λήξεις. Στις ενάρξεις οι χώρες συνηθίζουν να στέλνουν εθνικιστικά καρτ ποστάλ στην οικουμένη – φτιασιδωμένες εικόνες που έχουν να κάνουν με το πώς θα θελαν να τους βλέπει ο κόσμος.
Όλα αυτά πασπαλίζονται συνήθως από λίγο φολκλόρ (ανάλογα τι χλαμύδες έχει να δείξει ο καθένας…) πακετάρονται ελπίζοντας ότι θα προκαλέσουν ενδιαφέρον ή συγκίνηση, προβάλλονται σε πρώτη προβολή στην ανθρωπότητα και επιζητούν λίγα μπράβο και αρκετά χειροκροτήματα. Σε όλες τις τελετές έναρξης υπήρξαν στιγμές υψηλής αισθητικής – ταυτισμένες συνήθως με εικόνες εθνικής αυταρέσκειας.
Βλέπω όλο αυτό το άγχος με συμπάθεια αλλά – μεταξύ μας – δεν με κόφτει και πολύ για το πώς οι Κινέζοι, οι Κορεάτες, οι Αμερικάνοι κτλ θέλουν να τους βλέπουμε. Καταλαβαίνω βέβαια την αξία της προβολής καθώς και την ανάγκη της: συνήθως σε αυτές τις τελετές διακρίνεις και το λόγο της ανάληψης των Αγώνων.
Οι Αυστραλοί τους έκαναν για να δείξουν ότι μπορούν άνετα να βρεθούν στο κέντρο του πολιτισμένου κόσμου, οι Κινέζοι για να δείξουν τον επιθετικό κουμουνιστοκαπιταλισμό τους που, πέρα από τα φθηνά μεροκάματα, βασίζεται και σε μια κληρονομιά εθνικών θριάμβων, οι Ελληνες ήθελαν απλά να διαφημίσουν τη χώρα τους θυμίζοντας τι υπήρξε κάποτε.
Για αυτό κυρίως μου άρεσε η τελετή έναρξης των Βρετανών:
γιατί το μήνυμά της ήταν η σπουδαιότητα και το κύρος της βρετανικής ποπ κουλτούρας σε ένα κόσμο παγκοσμιοποιημένο αλλά και εν μέρει κατακτημένο από δαύτους.
Μετά από πολλά χρόνια είδα στην τελετή έναρξης των Αγώνων μια χώρα να δείχνει αυτό που είναι και όχι ό,τι θα θέλε να πιστεύουμε εμείς οι υπόλοιποι ότι είναι.
Η τελετή ήταν η επιτομή της βρετανικότητας χωρίς καμία απολύτως παραχώρηση:
οι Βρετανοί βροντοφώναξαν για ένα βράδυ ότι είναι με το σπαθί τους μέρος του κόσμου μας και ότι η φλεγματική και παράξενη ιδιοσυγκρασία τους, όχι απλά δεν τους έχει οδηγήσει σε απομόνωση, αλλά τους έχει κάνει και κυρίαρχους στο παιγνίδι των αντιλήψεων, της αισθητικής και της ποπ κουλτούρας.
Είναι ενδιαφέρον πως ο σοφός Μπόιλ, που δεν είχε ως στόχο εύκολες συγκινήσεις, έδεσε τα δυο του κομμάτια δηλαδή τη φιλοξενία των Αγώνων σε μια ιδιαίτερη χώρα και την παγκοσμιοποίησή τους. Με εργαλείο το βρετανικό θέατρο και το μιούζικαλ (και τα δυο ανώτερα του βρετανικού σινεμά του οποίου είναι λαμπρός εκπρόσωπος), ο Μπόιλ έσπειρε στο πρώτο μέρος κουκίδες της βρετανικής ιστορίας και της βρετανικής κουλτούρας προβάλλοντας πρώτα τους θεσμούς της και μετά τα είδωλά.
Η μετάλλαξη από την εξοχή στη βιομηχανική επανάσταση και από την ελαφράδα στην εργατική διεκδίκηση, έγινε με την ίδια άνεση που περάσαμε από την Τρικυμία του Σέξπιρ και του Μπράνα στο Τζέιμς Μποντ και τον Μίστερ Μπιν.
Η Βρετανία σαν χωνευτήρι του χρόνου, αλλά και ως μητέρα πολλών θεσμών και αντιλήψεων, μπορεί να καμαρώνει για το εθνικό της σύστημα υγείας, αλλά και για την βασίλισσά της χωρίς να κρύβει τις δυσκολίες της διατήρησης του πρώτου και την ανάγκη η δεύτερη να παίξει δίπλα στον εθνικό πράκτορά της το ρόλο της.
Οι κουκίδες του Μπόιλ κολυμπούσαν στη βρετανική μουσική σε ένα ζωντανό σκηνικό ιστορίας και ιδεών, σε ένα μιούζικαλ στιγμές στιγμές διονυσιακό γεμάτο φιλιά π.χ και στιγμές στιγμές κιτσάτο όπως η ποπ, αλλά πάντα εξωστρεφές, επιθετικό, ακομπλεξάριστο.
Αρκούσε να ενώσεις τις κουκίδες για να δεις τη διοργανώτρια χώρα. Η Βρετανία που είδαμε δεν ήταν πλήρης, αφού είναι και πάρα πολλά άλλα, ήταν όμως πραγματική: η εικόνα μιας σημερινής χώρας με διεθνείς σταρ, παρουσία, δημιουργία και προτάσεις που έρχονται ως συνέχεια των πολιτικών και καλλιτεχνικών θεσμών της. Ακόμα και η βασίλισσα ντυμένη σαν πουτίγκα μέσα στα ροζ της χρώματα ήταν ένα σκηνικό – μια εικόνα ιστορίας βουτηγμένη στο σήμερα.
Η παρέλαση των αθλητών ήταν η αυλαία του δεύτερου μέρους. Αφού είδαμε τη Βρετανία έπρεπε να δούμε τη βαρύτητα της στον παγκόσμιο χάρτη. Ο Μπόιλ δεν χρειάζονταν dj Tietso για τις μουσικές της εισόδου: η χώρα του παράγει παγκόσμια σουξέ, δε χρειάζεται δανεικά. Στο δεύτερο μέρος οι κύκλοι πέταξαν στο διάστημα, το στάδιο αναβόσβησε σαν τούρτα γενεθλίων πολλές φορές (πρώτα από όλα για να κατανοήσουν οι ίδιοι οι Λονδρέζοι ότι η κάποτε υποβαθμισμένη περιοχή που φιλοξενεί τους Αγώνες αναβαθμίστηκε), το φως της οικουμένης έγινε κυρίαρχο.
Δύο ήταν οι στιγμές που ήθελα να χειροκροτήσω.
Η πρώτη όταν οκτώ προσωπικότητες του πλανήτη (κι όχι Βρετανοί) μετέφεραν την ολυμπιακή σημαία, δίνοντας τη δυνατότητα σε όλους τους τηλεσχολιαστές της γης να επισημάνουν τη σημαντικότητα του έργου του σημαιοφόρου παντού όπου η τελετή μεταδίδονταν – σκεφτείτε τη δυσκολία που γεννήθηκε εκεί όπου βασιλεύουν ακόμα διάφοροι ολοκληρωτισμοί και τρόμοι. Η δεύτερη με το εύρημα της δημιουργίας του βωμού.
Το γεγονός ότι δεν υπήρξε κάποιος να ανάψει το βωμό, αλλά αυτός σχηματίστηκε από πολλές μικρές φλόγες που μετέφεραν νεαροί αθλητές και παλιοί ολυμπιονίκες, περικλείει ένα υπέροχο συμβολισμό: ο Μπόιλ είναι σαν να λέει ότι κανείς δεν είναι σε θέση να γίνει ο τελευταίος λαμπαδηδρόμος γιατί η φλόγα είναι κάτι τόσο ιερό που ανήκει στην ιστορία και στο μέλλον.
Αυτή η συμβολική μεταλαμπάδευση του φωτός, το πέρασμα στο σήμερα από το χθες του μέλλοντός μας, είναι ότι πιο εντυπωσιακό θυμάμαι – κάτι σαν απόδειξη ότι οι ιδέες έχουν αλύγιστη δύναμη και ο δυνάστης χρόνος μπορεί να ηττηθεί από τη φλόγα τους.
Βρήκα υπέροχο και το φινάλε.
Ο Μακ Κάρτνεϊ με ένα παγκόσμιο σουξέ ανάγκασε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να τραγουδάνε το πιο γνωστό, ζεστό, ζωντανό νανανανα, ακόμα κι αν δεν ξέρουν καθόλου αγγλικά! Μέσα σε αυτή τη μελωδία ενώθηκαν γενιές και αγάπες.
Χάρη στη Βρετανία, τη δύναμη της μουσικής της και την παγκόσμια μοντέρνα ομορφιά της, ο πλανήτης έζησε μια στιγμή οικουμενικής γλυκύτητας ορίζοντας για λίγο τι είναι ευτυχία...
Το γεγονός ότι δεν υπήρξε κάποιος να ανάψει το βωμό, αλλά αυτός σχηματίστηκε από πολλές μικρές φλόγες που μετέφεραν νεαροί αθλητές και παλιοί ολυμπιονίκες, περικλείει ένα υπέροχο συμβολισμό: ο Μπόιλ είναι σαν να λέει ότι κανείς δεν είναι σε θέση να γίνει ο τελευταίος λαμπαδηδρόμος γιατί η φλόγα είναι κάτι τόσο ιερό που ανήκει στην ιστορία και στο μέλλον.
ΑπάντησηΔιαγραφήΩραία θα ηταν να ηταν οπως παραπανω τα γράφετε αλλα σημερα ο βωμος είναι σβηστός και η φλογα καει σε ενα φαναρι